Ένα ιδιότυπο και εξαιρετικά αυστηρό σύστημα διέπει την παροχή κοινωνικής βοήθειας στη χώρα, μετατρέποντας τα επιδόματα επιβίωσης σε εν δυνάμει δυσβάσταχτα χρέη για τους πιο ευάλωτους πολίτες.
Σε αντίθεση με ό,τι ισχύει σε πολλά άλλα ευρωπαϊκά κράτη, η ελβετική νομοθεσία αντιμετωπίζει τις κρατικές παροχές ως προσωρινό δανεισμό.
Εάν ένας λήπτης καταφέρει να βελτιώσει την οικονομική του κατάσταση στο μέλλον, είτε μέσω της ένταξής του στην αγορά εργασίας είτε μέσω κάποιας απρόσμενης εισροής κεφαλαίων, όπως μια κληρονομιά, καλείται αυτομάτως να επιστρέψει τα ποσά που έλαβε.
Ωστόσο, η εφαρμογή αυτού του κανόνα δεν είναι ομοιόμορφη, δημιουργώντας ένα χαοτικό τοπίο ακραίων ανισοτήτων.
Οι τοπικές δημοτικές αρχές και οι κοινωνικές υπηρεσίες διαθέτουν τεράστια περιθώρια ερμηνείας και επιβολής των κανόνων, με αποτέλεσμα η γεωγραφική θέση κατοικίας να καθορίζει εάν ένας πολίτης θα αντιμετωπιστεί με επιείκεια ή εάν θα οδηγηθεί σε οικονομικό στραγγαλισμό κάτω από το ελάχιστο όριο διαβίωσης.
Το θεσμικό πλαίσιο και η ακαδημαϊκή έρευνα για τα χρέη
Το μέγεθος του προβλήματος αναδείχθηκε μέσα από μια εκτενή μελέτη που εκπονήθηκε από τους ακαδημαϊκούς ερευνητές Christophe Roulin και Benedikt Hassler, οι οποίοι ανήκουν στο δυναμικό του πανεπιστημιακού ιδρύματος Fachhochschule Nordwestschweiz.
Η ερευνητική ομάδα ανέλαβε να χαρτογραφήσει τον λαβύρινθο των επιστροφών, εξετάζοντας τις πρακτικές που ακολουθούν τριάντα έξι διαφορετικές υπηρεσίες κοινωνικής μέριμνας σε οκτώ ελβετικά καντόνια.
Για να αποτυπώσουν την πραγματικότητα, οι επιστήμονες υπέβαλαν στις αρμόδιες αρχές δύο συγκεκριμένα, υποθετικά σενάρια προκειμένου να καταγράψουν τις επίσημες αντιδράσεις και τους υπολογισμούς των κρατικών λειτουργών.
Τα ευρήματα αποκάλυψαν αγεφύρωτες διαφορές στην αντιμετώπιση πανομοιότυπων περιπτώσεων.
Σε ένα από τα εξεταζόμενα σενάρια, ένας άνδρας ηλικίας πενήντα ετών, ο οποίος λάμβανε κοινωνικά επιδόματα για δύο συναπτά έτη, καταφέρνει να επανενταχθεί στην αγορά εργασίας εξασφαλίζοντας μηνιαίο καθαρό μισθό της τάξεως των έξι χιλιάδων διακοσίων φράγκων.
Η αντιμετώπιση αυτού του πολίτη διέφερε δραματικά ανάλογα με τον δήμο στον οποίο υποτίθεται ότι κατοικούσε.
Σε ορισμένες περιοχές, οι αρχές έκριναν ότι δεν οφείλει να επιστρέψει ούτε ένα φράγκο στο κράτος, προστατεύοντας τη νέα του αρχή.
Στον αντίποδα, άλλες δημοτικές υπηρεσίες απαίτησαν την πλήρη εξόφληση του ποσού των πενήντα πέντε χιλιάδων φράγκων. Α
κόμη και οι μηνιαίες δόσεις αποπληρωμής παρουσίαζαν τεράστια απόκλιση, ξεκινώντας από τα εβδομήντα ένα φράγκα και ξεπερνώντας σε ορισμένες περιπτώσεις τα επτακόσια δώδεκα φράγκα, καθιστώντας σαφές πως το σύστημα στερείται μιας ενιαίας, δίκαιης πυξίδας.
Το νομικό παράδοξο της κληρονομιάς και οι δικαστικές αποφάσεις
Η αυστηρότητα των τοπικών αρχών συχνά ξεπερνά τα όρια της λογικής, οδηγώντας τους πολίτες σε απόγνωση.
Σύμφωνα με αποκαλυπτικά δημοσιεύματα του ελβετικού τύπου, καταγράφηκε μια χαρακτηριστική περίπτωση γυναίκας η οποία κατέστη ανίκανη προς εργασία μετά από διαδοχικές χειρουργικές επεμβάσεις στη σπονδυλική της στήλη, καθιστώντας την απολύτως εξαρτημένη από την κρατική πρόνοια.
Όταν, έπειτα από τον θάνατο της μητέρας της, η γυναίκα έλαβε ένα ποσό ως κληρονομιά, το χρησιμοποίησε για να καλύψει βασικές ανάγκες διαβίωσης της ίδιας και του παιδιού της, καθώς και για να εξοφλήσει τρέχουσες οφειλές.
Η αντίδραση του τοπικού δήμου ήταν άμεση και τιμωρητική, απαιτώντας την επιστροφή εβδομήντα χιλιάδων φράγκων για τα επιδόματα που της είχαν καταβληθεί στο παρελθόν.
Καθώς τα χρήματα της κληρονομιάς είχαν ήδη δαπανηθεί για την κάλυψη βασικών αναγκών, η αρμόδια υπηρεσία πρόνοιας αποφάσισε μονομερώς να παρακρατήσει το δεκαπέντε τοις εκατό από την τρέχουσα μηνιαία βοήθεια που λάμβανε η γυναίκα, προκειμένου να αποσβέσει το χρέος.
Αυτή η ενέργεια θα μείωνε το διαθέσιμο εισόδημά της κάτω από το επίσημο όριο του ελάχιστου επιπέδου διαβίωσης, το οποίο υπολογίζεται περίπου στα χίλια τριακόσια πενήντα φράγκα.
Η παρέμβαση του ανεξάρτητου φορέα Unabhängige Fachstelle für Sozialhilferecht υπήρξε καθοριστική.
Η νομική εξέταση της υπόθεσης απέδειξε όχι μόνο ότι ο δήμος είχε υπερκοστολογήσει τις απαιτήσεις του κατά είκοσι χιλιάδες φράγκα, αλλά και ότι, βάσει δικαστικής απόφασης, απαγορεύεται ρητά η παρακράτηση οφειλών από τις τρέχουσες, ζωτικής σημασίας παροχές επιβίωσης.
Αποκλίσεις από τις κατευθυντήριες γραμμές και καντονιακές πρακτικές
Η λειτουργία του συστήματος υποτίθεται ότι ρυθμίζεται από τις συστάσεις που εκδίδει η Ελβετική Διάσκεψη για την Κοινωνική Πρόνοια (Schweizerische Konferenz für Sozialhilfe).
Οι οδηγίες του οργανισμού, γνωστού ως Skos, προβλέπουν ρητά πως η διάρκεια αποπληρωμής τέτοιων οφειλών δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα τέσσερα έτη, ώστε να μην εγκλωβίζονται οι πολίτες σε έναν ατέρμονο κύκλο χρέους.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, διαψεύδει τις κατευθυντήριες γραμμές. Πολλοί δήμοι επιβάλλουν χρονοδιαγράμματα αποπληρωμής που εκτείνονται σε δέκα, δεκαπέντε ή ακόμη και είκοσι χρόνια.
Επιπλέον, οι τοπικές αρχές αγνοούν τις συστάσεις του οργανισμού Skos που ορίζουν ότι συγκεκριμένα έξοδα, όπως τα επιδόματα ενσωμάτωσης ή οι δαπάνες για την εργασιακή επανένταξη, δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε καθεστώς επιστροφής.
Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από την ανεξαρτησία των καντονιακών νομοθεσιών.
Καντόνια όπως το Σανκτ Γκάλεν και το Τουργκάου διατηρούν νομικά πλαίσια που αποκλίνουν συνειδητά από τις γενικές κατευθύνσεις, παρέχοντας τεράστια ευελιξία και εξουσία στις δημοτικές υπηρεσίες της ανατολικής Ελβετίας να διεκδικούν κεφάλαια με επιθετικό τρόπο.
Ο υπολογισμός των μηνιαίων δόσεων γίνεται συχνά αυθαίρετα. Κάποιες αρχές διαμορφώνουν προϋπολογισμούς χωρίς να λαμβάνουν υπόψη το πραγματικό κόστος ζωής, ενώ άλλες απαιτούν από τους ίδιους τους πρώην δικαιούχους να προτείνουν ένα ποσό επιστροφής, χωρίς να ελέγχουν εάν αυτό τους αφήνει τα απαραίτητα χρήματα για να επιβιώσουν, οδηγώντας τους ξανά στο κατώφλι της φτώχειας.
Η παγίδα των εθελοντικών επιστροφών και οι διαπιστώσεις των ειδικών
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα συμπεράσματα των ακαδημαϊκών ερευνητών και οι αναφορές του ελβετικού τύπου σχετικά με τις μεθόδους που μετέρχονται ορισμένες δημόσιες υπηρεσίες.
Όπως επισημάνθηκε από την επιστημονική ομάδα, η απουσία ενιαίων κριτηρίων αξιολόγησης δημιουργεί συνθήκες διαπραγμάτευσης που ευνοούν τους κοινωνικά και γλωσσικά ισχυρότερους.
Αναφέρθηκε χαρακτηριστικά ότι σε καντόνια με αυστηρές νομικές προϋποθέσεις για την επιστροφή χρημάτων, όπως η Ζυρίχη και το Schwyz, ορισμένοι δήμοι καταφεύγουν στη μέθοδο της υποτιθέμενης εθελοντικής αποπληρωμής προκειμένου να παρακάμψουν τα νομικά εμπόδια.
Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις που καταγράφηκαν, οι υπάλληλοι των αρμόδιων τμημάτων φέρονται να ασκούν ψυχολογική πίεση στους πολίτες κατά τη διάρκεια εκτενών προσωπικών συνεντεύξεων.
Μέσα από αυτές τις συζητήσεις, διαμορφώνεται η εντύπωση στους λήπτες ότι η υπογραφή εγγράφων οικειοθελούς ανάληψης χρέους αποτελεί μονόδρομο.
Οι παρατηρητές της διαδικασίας υπογραμμίζουν ότι αυτό το σύστημα τιμωρεί κατά κύριο λόγο τους πιο αδύναμους κρίκους της κοινωνίας.
Άτομα που δεν γνωρίζουν άπταιστα τη γλώσσα, αγνοούν τα βασικά νομικά τους δικαιώματα ή διστάζουν να αμφισβητήσουν την κρατική αυθεντία, καταλήγουν να δεσμεύονται με υπέρογκα χρέη.
Αντιθέτως, όσοι διαθέτουν την ικανότητα να διαπραγματευτούν και να αντισταθούν στις πιέσεις των αρχών, συχνά απαλλάσσονται με ελάχιστες ή και μηδενικές οικονομικές επιβαρύνσεις, αποδεικνύοντας την βαθιά ανισότητα που διατρέχει το ελβετικό σύστημα πρόνοιας.