Γερμανία – Φορολογικές επιβαρύνσεις που αγγίζουν τα 10 δισεκατομμύρια ευρώ περιλαμβάνει το προσχέδιο του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού για το 2027, το οποίο κατέθεσε στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο (Bundestag) η γερμανική κυβέρνηση. Οι σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις περιλαμβάνουν αυξήσεις σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης και έμμεση φορολόγηση των μισθών, επηρεάζοντας άμεσα το καθαρό διαθέσιμο εισόδημα εκατομμυρίων εργαζομένων, μονογονέων και οικογενειών σε ολόκληρη τη χώρα.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Συνολικές φορολογικές αυξήσεις ύψους σχεδόν 10 δισεκατομμυρίων ευρώ στον προϋπολογισμό του 2027.
- Επιβάρυνση 6,5 δισεκατομμυρίων ευρώ στους μισθούς λόγω της μη πλήρους προσαρμογής στον πληθωρισμό.
- Νέες και αυξημένες επιβαρύνσεις σε καπνό, ζαχαρούχα ποτά, αφρώδη οίνο και πλαστικό.
Το δημοσιονομικό πακέτο και η κάλυψη του ελλείμματος
Ο ομοσπονδιακός υπουργός Οικονομικών Lars Klingbeil παρουσίασε τον κυβερνητικό σχεδιασμό για το 2027, ο οποίος προβλέπει συνολικές δαπάνες ύψους 555 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η κυβερνητική συμμαχία επιχείρησε να καλύψει ένα χρηματοδοτικό κενό ύψους 34 δισεκατομμυρίων ευρώ, συνδυάζοντας την ανάληψη νέου δανεισμού μαμούθ με εκτεταμένες παρεμβάσεις στα κρατικά έσοδα.
Το σχέδιο στηρίζεται σε πρωτοφανή νέο δανεισμό που φτάνει τα 200 δισεκατομμύρια ευρώ, συνοδευόμενο από ένα ευρύ πλέγμα φορολογικών αυξήσεων. Η ηγεσία του υπουργείου επιχειρεί με αυτόν τον τρόπο να ισοσκελίσει τα δημόσια οικονομικά, μετακυλίοντας ωστόσο σημαντικό μέρος του λογαριασμού στην καθημερινή κατανάλωση και την εργασία.
Οι στοχευμένες αυξήσεις στην κατανάλωση και το πλαστικό
Στο πεδίο των έμμεσων φόρων, το οικονομικό επιτελείο προωθεί την αύξηση του φόρου καπνού, προσδοκώντας πρόσθετα έσοδα τουλάχιστον 750 εκατομμυρίων ευρώ για τα κρατικά ταμεία. Παράλληλα, θεσπίζεται ειδικός φόρος ζάχαρης στα αναψυκτικά και τα ροφήματα, ο οποίος αναμένεται να αποφέρει περίπου 650 εκατομμύρια ευρώ.
Πρόσθετη επιβάρυνση σχεδιάζεται και στον φόρο αφρώδους οίνου, με στόχο την είσπραξη σχεδόν μισού δισεκατομμυρίου ευρώ. Την ίδια στιγμή, ο νέος φόρος στο πλαστικό υπολογίζεται να ενισχύσει τα δημόσια έσοδα κατά 1,26 δισεκατομμύρια ευρώ, επηρεάζοντας ένα ευρύ φάσμα συσκευασιών και καθημερινών καταναλωτικών προϊόντων.
Η επιβάρυνση των μισθών μέσω της φορολογικής κλίμακας
Τη μεγαλύτερη επιβάρυνση για τα νοικοκυριά συνιστά η λεγόμενη κρυφή αύξηση φόρων (kalte Progression), η οποία αποφέρει στο κράτος περίπου 6,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Το φαινόμενο αυτό προκύπτει καθώς ο υπουργός Οικονομικών και ο καγκελάριος Friedrich Merz επέλεξαν να μην προσαρμόσουν πλήρως τις φορολογικές κλίμακες στον ρυθμό του πληθωρισμού, οδηγώντας τους εργαζόμενους σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια παρά την απώλεια αγοραστικής δύναμης.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ της εφημερίδας Bild, η επιλογή αυτή προκαλεί έντονες εσωτερικές τριβές στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Βουλευτές ζητούν διορθώσεις κατά τις συζητήσεις στη Βουλή, με τον υπεύθυνο οικονομικής πολιτικής Fritz Güntzler να απορρίπτει οποιαδήποτε πολιτική φορολογικών αυξήσεων που στρέφεται εις βάρος της εργαζόμενης μεσαίας τάξης, προτείνοντας περικοπές σε αναποτελεσματικά προγράμματα επιδοτήσεων.
Ο πρακτικός αντίκτυπος στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς
Οι συνδυασμένες επιβαρύνσεις αποτυπώνονται άμεσα στην καθημερινότητα των πολιτών. Μια τετραμελής οικογένεια με μηνιαίο μεικτό εισόδημα 4.500 ευρώ υπολογίζεται ότι θα χάνει 9,34 ευρώ μηνιαίως, λαμβάνοντας υπόψη τη μέτρια κατανάλωση αναψυκτικών και την επιβάρυνση της φορολογικής κλίμακας, η οποία από μόνη της αφαιρεί 4,50 ευρώ κάθε μήνα.
Για έναν άγαμο εργαζόμενο με αποδοχές 3.000 ευρώ μεικτά, οι συνήθειες καπνίσματος και κατανάλωσης ροφημάτων, σε συνδυασμό με την επιβάρυνση των 3,08 ευρώ από την κλίμακα φόρου, οδηγούν σε μηνιαία μείωση εισοδήματος κατά 25 ευρώ. Στην περίπτωση ζευγαριού εργαζομένων χωρίς παιδιά με κοινό εισόδημα 8.000 ευρώ, η συνολική μηνιαία απώλεια φτάνει τα 53 ευρώ, εκ των οποίων τα 9,67 ευρώ οφείλονται αποκλειστικά στη μισθολογική φορολόγηση.
Οι κλιμακωτές απώλειες από τη μη τιμαριθμοποίηση της κλίμακας επηρεάζουν όλα τα εισοδηματικά στρώματα. Ένας μονογονέας με ένα παιδί χάνει από 0,08 ευρώ στα 2.000 ευρώ εισοδήματος έως και 9,42 ευρώ στα 7.000 ευρώ μεικτά. Αντίστοιχα, για έναν μισθωτό χωρίς οικογενειακά βάρη η μηνιαία αφαίρεση κυμαίνεται από 1,67 ευρώ για αποδοχές 2.000 ευρώ και κλιμακώνεται στα 11,75 ευρώ για μεικτό μισθό 7.000 ευρώ.