Γερμανία – Ισχυρές πιέσεις για την αναθεώρηση του εθνικού χρονοδιαγράμματος προς την κλιματική ουδετερότητα ασκούν κορυφαίοι εκπρόσωποι της οικονομίας, των συνδικάτων και της πολιτικής. Το αίτημα για μετάθεση του ορόσημου από το 2045 στο 2050, προκειμένου η χώρα να εναρμονιστεί με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, στοχεύει στην αποφυγή περαιτέρω επιβάρυνσης της εγχώριας βιομηχανίας ύστερα από μια μακρά περίοδο στασιμότητας.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Προτείνεται η μετάθεση της κλιματικής ουδετερότητας από το 2045 στο 2050.
- Ο ισχύων εθνικός σχεδιασμός προβλέπει μείωση εκπομπών κατά 65% έως το 2030.
- Οι συνολικές εθνικές εκπομπές του περασμένου έτους καταγράφηκαν 48% κάτω από το 1990.
Το αίτημα για εναρμόνιση με την Ευρώπη
Η συζήτηση γύρω από την αποανθρακοποίηση της χώρας λαμβάνει νέες διαστάσεις, όπως αποκαλύπτει σε αποκλειστικό της ρεπορτάζ η Welt am Sonntag. Ο επικεφαλής του βιομηχανικού συνδικάτου IGBCE, Michael Vassiliadis, και ο διευθύνων σύμβουλος της ενεργειακής εταιρείας RWE, Markus Krebber, υποστηρίζουν ανοιχτά την παράταση της προθεσμίας. Η αλλαγή αυτή θεωρείται ζωτικής σημασίας για να δοθεί στη βιομηχανία ο απαραίτητος χρόνος ανάκαμψης, μειώνοντας τις ασφυκτικές πιέσεις έπειτα από διαδοχικά έτη οικονομικής ύφεσης.
Ο Markus Krebber χαρακτηρίζει τον τρέχοντα εθνικό σχεδιασμό ως έναν δαπανηρό «μοναχικό δρόμο», ο οποίος δεν προσφέρει ουσιαστικό όφελος στο παγκόσμιο κλίμα. Όπως εξηγεί το υψηλόβαθμο στέλεχος, οι ρύποι που εξοικονομούνται εντός των γερμανικών συνόρων απλώς μεταφέρονται και απελευθερώνονται σε άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, οι εγχώριες επιχειρήσεις χρειάζονται έναν καθαρό ορίζοντα τουλάχιστον δέκα ετών για να προχωρήσουν σε μακρόπνοες στρατηγικές επενδύσεις με ασφάλεια.
Αντιδράσεις από τον πολιτικό και επιχειρηματικό κόσμο
Η συγκεκριμένη πρόταση βρίσκει θερμούς υποστηρικτές και στον ευρύτερο πολιτικό στίβο. Η Gitta Connemann, πρόεδρος της ένωσης μικρομεσαίων επιχειρήσεων (MIT) του κόμματος CDU και κοινοβουλευτική υφυπουργός στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, υπογραμμίζει την ανάγκη για έναν ρεαλιστικότερο μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Η ίδια προειδοποιεί ότι η πρόωρη αφαίρεση των δικαιωμάτων εκπομπών, χωρίς να υπάρχουν απολύτως βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις, αποτρέπει τις νέες επενδύσεις, καθώς οι εταιρείες βρίσκονται σε καθεστώς έντονης αβεβαιότητας.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Michael Hüther, επικεφαλής του Ινστιτούτου της Γερμανικής Οικονομίας (IW). Το κεντρικό αφήγημα συνοψίζεται στη φράση ότι η χώρα χρειάζεται λιγότερο διοξείδιο του άνθρακα, αλλά όχι λιγότερη βιομηχανική παραγωγή, καθιστώντας επιτακτική την προσαρμογή του συστήματος εμπορίας ρύπων. Μάλιστα, ένα νέο έγγραφο θέσεων του συνδικάτου IGBCE προτείνει την ηπιότερη ετήσια μείωση των δικαιωμάτων εκπομπών, μεταθέτοντας την πλήρη κατάργησή τους για το 2050.
Ο τρέχων σχεδιασμός και οι δεσμεύσεις
Παρά τις αυξανόμενες πιέσεις από την αγορά, τα κυβερνητικά κόμματα CDU/CSU και SPD διατήρησαν την αρχική δέσμευση για την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας έως το 2045 στη συμφωνία συνασπισμού τους. Η επίσημη κρατική στρατηγική αποανθρακοποίησης βασίζεται στον σταδιακό περιορισμό της χρήσης ορυκτών καυσίμων, όπως ο άνθρακας, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, και την πλήρη αντικατάστασή τους από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Τα ενδιάμεσα ορόσημα παραμένουν εξαιρετικά αυστηρά, καθώς η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά 65% έως το 2030, συγκριτικά με τα επίπεδα του 1990. Ο ενδιάμεσος στόχος για το 2040 αφορά μια δραστική περικοπή της τάξης του 88%. Τα επίσημα δεδομένα του περασμένου έτους δείχνουν ότι οι εθνικές εκπομπές βρίσκονταν 48% κάτω από τη βάση αναφοράς, αναδεικνύοντας τόσο την πρόοδο που έχει επιτευχθεί όσο και τον μακρύ δρόμο που απομένει μέχρι την πλήρη απανθρακοποίηση της οικονομίας.