Ελβετία – Οι ακραίες θερμοκρασίες εξελίσσονται σε κορυφαία απειλή για τη δημόσια υγεία σε παγκόσμιο επίπεδο, ωστόσο η Ελβετία αποτελεί εξαίρεση, καταφέρνοντας να διατηρήσει σταθερό τον αριθμό των θανάτων από καύσωνα εδώ και 23 χρόνια.
Το επιτυχημένο εθνικό σχέδιο προστασίας, που εφαρμόζεται από το 2003, δοκιμάζεται πλέον έντονα, με τους ειδικούς και τις ομοσπονδιακές Αρχές να προειδοποιούν ότι οι υφιστάμενες υποδομές δεν θα επαρκούν για τις κλιματικές προκλήσεις του μέλλοντος.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Η Ελβετία καταγράφει περίπου 200 θανάτους ετησίως που συνδέονται άμεσα με τις υψηλές θερμοκρασίες.
- Τα επείγοντα περιστατικά στο νοσοκομείο CHUV αυξήθηκαν κατά 15% λόγω του πρόσφατου καύσωνα.
- Σε παγκόσμιο επίπεδο εκτιμάται ότι 546.000 άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους κάθε χρόνο από τη ζέστη.
Η πίεση στα νοσοκομεία και το προφίλ των ασθενών
Τα πρόσφατα κύματα καύσωνα άφησαν σαφές αποτύπωμα στο ελβετικό σύστημα υγείας, το οποίο κλήθηκε να διαχειριστεί αυξημένο όγκο ασθενών. Το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Βο (CHUV) κατέγραψε αύξηση 15% στις επισκέψεις στο τμήμα επειγόντων περιστατικών, ενώ το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Ζυρίχης (USZ) ανέφερε αντίστοιχη άνοδο της τάξης του 10%. Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του USZ, Moritz Suter, η πλειονότητα των περιστατικών αφορά ελλιπή ενυδάτωση, σωματική άσκηση υπό ακραίες συνθήκες ή επιδείνωση προϋπαρχόντων νοσημάτων.
Παρά την πίεση στις δομές υγείας, ο αριθμός των θανάτων στη χώρα παραμένει αξιοσημείωτα σταθερός σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Με βάση τα δεδομένα του Swiss TPH, η χώρα καταγράφει περίπου 200 θανάτους ετησίως εξαιτίας της ζέστης. Η επιδημιολόγος του Πανεπιστημίου της Βέρνης, Apolline Saucy, εξηγεί ότι όταν το σώμα εκτίθεται σε υπερβολική θερμότητα και αδυνατεί να ρυθμίσει τη θερμοκρασία του, το καρδιαγγειακό σύστημα καταρρέει, πλήττοντας κυρίως ηλικιωμένους και ευπαθείς ομάδες.
Το ελβετικό σχέδιο προστασίας μετά το 2003
Η σημερινή σταθερότητα στους δείκτες θνησιμότητας αποτελεί άμεσο αποτέλεσμα των πολιτικών που υιοθετήθηκαν μετά το καταστροφικό καλοκαίρι του 2003. Οι αρμόδιες Αρχές ανέπτυξαν ένα πολυεπίπεδο σύστημα προστασίας του πληθυσμού, το οποίο συνδυάζει κεντρικές κατευθύνσεις και τοπικές πρωτοβουλίες. Σε ομοσπονδιακό επίπεδο, η έμφαση δίνεται στις εκστρατείες ενημέρωσης και στα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης για επερχόμενους καύσωνες.
Σε επίπεδο καντονιών, εφαρμόζονται εξειδικευμένα προγράμματα για την προστασία των ομάδων υψηλού κινδύνου. Οι παρεμβάσεις περιλαμβάνουν από στοχευμένη φροντίδα για τους ηλικιωμένους μέχρι την παροχή δωρεάν εισόδου σε κλιματιζόμενους ή δροσερούς χώρους, όπως δημόσιες πισίνες και κινηματογράφους. Αν και παρατηρείται ανομοιογένεια στα μέτρα μεταξύ των διαφορετικών περιοχών, τα στοιχεία δείχνουν ότι τα καντόνια με ολοκληρωμένα σχέδια δράσης διαχειρίζονται πολύ πιο αποτελεσματικά τις ακραίες θερμοκρασίες.
Τα όρια των μέτρων και οι μελλοντικές προκλήσεις
Παρά την επιτυχία του ελβετικού μοντέλου, οι ειδικοί κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τα επόμενα χρόνια. Ο εκπρόσωπος της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Δημόσιας Υγείας (BAG), Daniel Dauwalder, επισημαίνει ότι τα σημερινά μέτρα αποδίδουν κυρίως σε ημέρες με μέτρια ζέστη, αλλά χάνουν την αποτελεσματικότητά τους κατά τη διάρκεια ακραίων θερμοκρασιακών εξάρσεων. Επιπλέον, τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι οι ηλικιωμένοι δεν έχουν επωφεληθεί επαρκώς από τις τρέχουσες στρατηγικές προσαρμογής.
Η Apolline Saucy υπερθεματίζει, τονίζοντας ότι η αυξανόμενη συχνότητα και ένταση των καυσώνων απαιτεί πιο ριζικές λύσεις. Η ελβετική υποδομή πρέπει να προσαρμοστεί στα νέα κλιματικά δεδομένα, με τον σχεδιασμό να απαιτεί πλέον στοχευμένες αρχιτεκτονικές και πολεοδομικές παρεμβάσεις στα κτίρια και τις πόλεις, ώστε να βρεθεί η χρυσή τομή μεταξύ άμεσης ανακούφισης και μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας.
Παγκόσμιος απολογισμός και η προειδοποίηση του ΠΟΥ
Η κατάσταση εκτός των ελβετικών συνόρων σκιαγραφεί μια πολύ πιο δραματική πραγματικότητα. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Lancet, οι παγκόσμιοι θάνατοι που σχετίζονται με τη ζέστη άγγιξαν κατά μέσο όρο τους 546.000 ετησίως τη δεκαετία 2012-2021. Στην Ευρώπη, ο WHO υπολογίζει ότι τα τελευταία τέσσερα χρόνια χάθηκαν περίπου 200.000 ζωές εξαιτίας ακραίων θερμοκρασιών, ενώ οι οικονομικές απώλειες από τις χαμένες ώρες εργασίας ανήλθαν σε 1,09 τρισεκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως για το 2024.
Ο περιφερειακός διευθυντής του ΠΟΥ για την Ευρώπη, Hans Henri P. Kluge, τονίζει ότι η συντριπτική πλειονότητα αυτών των θανάτων θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί με την κατάλληλη πρόληψη. Καλεί τις κυβερνήσεις να δράσουν άμεσα, υπογραμμίζοντας ότι η επιστημονική κοινότητα διαθέτει ήδη τη γνώση και τον οδικό χάρτη για τη θωράκιση της δημόσιας υγείας απέναντι στην κλιματική κρίση.