Η απρόσκοπτη πρόσβαση σε καθαρό νερό αποτελεί τον θεμέλιο λίθο για τη διατήρηση της ζωής, του φυσικού περιβάλλοντος και της ομαλής λειτουργίας των σύγχρονων κοινωνιών.
Ωστόσο, οι ραγδαίες μεταβολές που επιφέρει η κλιματική αλλαγή θέτουν σε άμεσο κίνδυνο τις παραδοσιακές πηγές υδροδότησης, δημιουργώντας νέα δεδομένα ακόμη και σε χώρες με τεράστιο φυσικό πλούτο, όπως η Ελβετία.
Τα επίσημα κρατικά στοιχεία που έρχονται στο φως της δημοσιότητας αναδεικνύουν το γιγαντιαίο μέγεθος της κατανάλωσης νερού στην Ελβετία, προκαλώντας εύλογα ερωτήματα για τη βιωσιμότητα των υδάτινων αποθεμάτων.
Σύμφωνα με τα αναλυτικά δεδομένα που δημοσιοποίησε ο Ελβετικός Σύνδεσμος Βιομηχανίας Φυσικού Αερίου και Υδάτων (Schweizer Dachverband für Wasser, Gas und Wärme), η συνολική ποσότητα νερού που αντλήθηκε και αξιοποιήθηκε σε εθνικό επίπεδο κατά τη διάρκεια του έτους 2023 άγγιξε το ιλιγγιώδες νούμερο των δύο δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων.
Για να γίνει απολύτως κατανοητό το μέγεθος αυτής της κατανάλωσης, αρκεί να γίνει μια άμεση σύγκριση με τον όγκο μιας από τις γνωστές ελβετικές λίμνες.
Η φυσική λεκάνη της λίμνης Bielersee διαθέτει συνολικό όγκο που υπολογίζεται περίπου στο 1,2 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα.
Συνεπώς, η ετήσια εθνική ζήτηση για υδάτινους πόρους αντιστοιχεί στο σχεδόν διπλάσιο άδειασμα της συγκεκριμένης λίμνης.
Αξίζει δε να σημειωθεί ότι στους συγκεκριμένους υπολογισμούς δεν συνυπολογίζεται το λεγόμενο “εικονικό νερό”, δηλαδή οι τεράστιες ποσότητες που απαιτούνται κρυφά για την παραγωγή και την κατασκευή καταναλωτικών αγαθών, όπως τα αυτοκίνητα, τα είδη ρουχισμού και οι ηλεκτρονικές συσκευές κινητής τηλεφωνίας που εισάγονται και χρησιμοποιούνται στη χώρα.
Στρατηγική διαχείριση και προέλευση των εθνικών υδάτινων πόρων
Παρά τον τεράστιο όγκο κατανάλωσης που καταγράφεται σε ετήσια βάση, η προέλευση των υδάτων που καταλήγουν στο δημόσιο δίκτυο ύδρευσης παρουσιάζει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα δομή.
Ενώ η συνολική κατανάλωση θα μπορούσε θεωρητικά να εξαντλήσει τη λίμνη Bielersee δύο φορές, η πραγματική άντληση από τα επιφανειακά ύδατα των ελβετικών λιμνών κατά το έτος 2023 περιορίστηκε μόλις στα 196,9 εκατομμύρια κυβικά μέτρα.
Αυτή η ποσότητα αντιπροσωπεύει μόλις το δεκαέξι τοις εκατό του συνολικού όγκου της προαναφερθείσας λίμνης, αποδεικνύοντας ότι οι λίμνες δεν αποτελούν την κύρια πηγή τροφοδοσίας του συστήματος.
Η συντριπτική πλειονότητα του καθαρού πόσιμου νερού που διοχετεύεται στις δημόσιες υποδομές προέρχεται από τα πλούσια υπόγεια ύδατα και τις φυσικές πηγές της χώρας, με τα δύο αυτά συστήματα να συνεισφέρουν σε σχεδόν ισόποσα μερίδια.
Οι ειδικοί αναλυτές του κλάδου υπογραμμίζουν ένα εξαιρετικά αισιόδοξο στατιστικό στοιχείο, το οποίο καταδεικνύει την τεράστια δυναμική του φυσικού περιβάλλοντος της χώρας.
Συγκεκριμένα, αναφέρουν ότι, παρά την υψηλή εθνική ζήτηση, το σύνολο των δραστηριοτήτων απορροφά μόλις το ενάμισι τοις εκατό των συνολικά διαθέσιμων και αξιοποιήσιμων επιφανειακών και υπόγειων υδάτων.
Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι η χώρα διαθέτει ακόμη εξαιρετικά σημαντικά αποθέματα ασφαλείας.
Εντούτοις, οι αρμόδιες περιβαλλοντικές υπηρεσίες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, ξεκαθαρίζοντας ότι οι συνέπειες της παγκόσμιας υπερθέρμανσης έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται ιδιαίτερα αισθητές στο τοπικό οικοσύστημα, απειλώντας τη μελλοντική σταθερότητα αυτού του ευαίσθητου υδρολογικού ισοζυγίου.
Η ραγδαία πτώση στην οικιακή χρήση και το ενεργειακό αποτύπωμα
Η ιστορική εξέλιξη των δεδομένων κατανάλωσης αποκαλύπτει μια εντυπωσιακή και σταθερή τάση εξορθολογισμού στη χρήση του πόσιμου νερού εντός της ελβετικής επικράτειας.
Από τη δεκαετία του 1990 έως και σήμερα, η χώρα καταφέρνει να εξοικονομεί διαρκώς μεγαλύτερες ποσότητες, χάρη στην εντυπωσιακή βελτίωση της τεχνολογίας και την αύξηση της αποδοτικότητας των δικτύων.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ το 1990 η εθνική κατανάλωση πόσιμου νερού ανερχόταν σε περίπου 1.200 εκατομμύρια κυβικά μέτρα, ο αριθμός αυτός κατέγραψε ραγδαία πτώση της τάξης του είκοσι δύο τοις εκατό, αγγίζοντας τα 925,4 εκατομμύρια κυβικά μέτρα το 2023.
Εάν η συνολική κατανάλωση – συμπεριλαμβανομένης της βιομηχανίας και της γεωργίας – επιμεριστεί στον γενικό πληθυσμό, προκύπτει μια εξίσου δραστική μείωση. Από τα 472 λίτρα ανά κάτοικο που καταγράφονταν το 1990, ο δείκτης έπεσε κατακόρυφα στα 283 λίτρα το 2023.
Φυσικά, ο συγκεκριμένος μαθηματικός δείκτης χρησιμοποιείται πρωτίστως για να σταθμιστεί η πληθυσμιακή ανάπτυξη της χώρας και δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική καθημερινότητα των πολιτών.
Στην πραγματικότητα, ο μέσος πολίτης καταναλώνει άμεσα γύρω στα 142 λίτρα ημερησίως για τις προσωπικές του ανάγκες, ένα νούμερο που παραμένει εντυπωσιακά σταθερό τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Σχεδόν η μισή από αυτή την ποσότητα δαπανάται στους χώρους του μπάνιου για λόγους υγιεινής.
Το πλέον κρίσιμο στοιχείο, ωστόσο, αφορά το ενεργειακό κόστος, καθώς από τα 142 λίτρα, τα 50 λίτρα αφορούν ζεστό νερό που θερμαίνεται στους 60 βαθμούς Κελσίου, γεγονός που αποτελεί μια από τις βασικότερες πηγές κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας μέσα σε ένα μέσο νοικοκυριό.
Η κρυφή κατανάλωση της βαριάς βιομηχανίας και των πυρηνικών σταθμών
Η ακριβής χαρτογράφηση της κατανάλωσης υδάτων στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα της οικονομίας αποτελεί μια εξαιρετικά σύνθετη εξίσωση για τις κρατικές αρχές.
Σε αντίθεση με τις μετρήσεις των ιδιωτικών νοικοκυριών που συνδέονται αυστηρά στο δημόσιο δίκτυο, τα δεδομένα για τη γεωργία και τη βαριά βιομηχανία είναι πολύ πιο δυσεύρετα.
Ο κύριος λόγος εντοπίζεται στο γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι κλάδοι καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος των τεράστιων αναγκών τους μέσω ιδιωτικών γεωτρήσεων και συστημάτων ιδιοπαραγωγής, τα οποία δεν καταγράφονται στους κεντρικούς μετρητές των δήμων.
Σύμφωνα με μια εκτενή εκτίμηση που είχε πραγματοποιήσει ο Ελβετικός Σύνδεσμος Βιομηχανίας Φυσικού Αερίου και Υδάτων (Schweizer Dachverband für Wasser, Gas und Wärme) παλαιότερα, διαπιστώθηκε ότι ένα ποσοστό που ξεπερνά το ογδόντα τοις εκατό του νερού που χρησιμοποιείται για τις ανάγκες της γεωργίας αντλείται από ανεξάρτητες ιδιωτικές πηγές.
Αντίστοιχα εντυπωσιακά είναι και τα νούμερα που αφορούν τον βιομηχανικό τομέα.
Σε παλαιότερη εθνική μέτρηση, η συνολική βιομηχανική κατανάλωση υπολογίστηκε στα 1.120 εκατομμύρια κυβικά μέτρα, με τα δύο τρίτα αυτής της ασύλληπτης ποσότητας να προορίζονται αποκλειστικά για τη λειτουργία εξειδικευμένων συστημάτων ψύξης και κλιματισμού μεγάλων εγκαταστάσεων.
Το πιο συγκλονιστικό στοιχείο, όμως, παραμένει εκτός των βασικών στατιστικών πινάκων: Οι εγκαταστάσεις των πυρηνικών σταθμών παραγωγής ενέργειας της χώρας απαιτούν περίπου 1.600 εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού απευθείας από τα ποτάμια προκειμένου να ψύξουν τους αντιδραστήρες τους.
Εάν αυτή η ποσότητα προστιθέμενη στα επίσημα στοιχεία, η συνολική εθνική κατανάλωση νερού της χώρας θα εκτοξευόταν σε υπερδιπλάσια επίπεδα, αναδεικνύοντας την τεράστια πίεση που ασκεί ο ενεργειακός τομέας στο φυσικό περιβάλλον.
Ο αντίκτυπος της κλιματικής κρίσης στην αγροτική παραγωγή και τα μοντέλα πρόβλεψης
Προκειμένου να καλυφθεί το τεράστιο πληροφοριακό κενό σχετικά με την πραγματική χρήση των υδάτων στον κρίσιμο τομέα της αγροτικής άρδευσης, η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση (Bund) προχώρησε πρόσφατα στην ανάπτυξη προηγμένων παραμετρικών μοντέλων.
Τα συγκεκριμένα επιστημονικά εργαλεία αντλούν και συνδυάζουν πολύπλοκα δεδομένα που αφορούν τις κλιματολογικές συνθήκες, την ποιότητα του εδάφους και τις μεθόδους χρήσης της γης.
Τα αποτελέσματα αυτών των υπολογιστικών μοντέλων αποτυπώνουν με τον πιο ανάγλυφο τρόπο τις δραματικές συνέπειες των ακραίων καιρικών φαινομένων.
Συγκεκριμένα, ενώ το 2021 οι ανάγκες άρδευσης κυμάνθηκαν στα 9,5 εκατομμύρια κυβικά μέτρα, το αμέσως επόμενο έτος, το 2022, η ζήτηση εκτοξεύτηκε στα 41 εκατομμύρια κυβικά μέτρα, για να υποχωρήσει ελαφρώς στα 31 εκατομμύρια κυβικά μέτρα το 2023.
Οι τεράστιες αυτές αποκλίσεις μέσα σε μια τριετία οφείλονται αποκλειστικά στα επίπεδα των φυσικών βροχοπτώσεων.
Το 2021 θεωρήθηκε μια χρονιά με απολύτως φυσιολογικά επίπεδα βροχής, ενώ αντίθετα το 2022 και το 2023 καταγράφηκαν ιστορικά ρεκόρ ξηρασίας, όντας από τα πιο άνυδρα έτη από την αρχή των επίσημων μετεωρολογικών καταγραφών.
Οι προβολές των επιστημόνων για το μέλλον είναι εξίσου αυστηρές. Βάσει των μοντέλων, εάν δεν ληφθούν άμεσα και δραστικά μέτρα για την προστασία του κλίματος, οι ανάγκες για αγροτικό νερό αναμένεται να αυξηθούν κατακόρυφα κατά είκοσι τοις εκατό τα επόμενα χρόνια. Ακόμη και στο πιο αισιόδοξο σενάριο της μετριοπαθούς περιβαλλοντικής προστασίας, προβλέπεται μια αναπόφευκτη αύξηση της τάξης του πέντε τοις εκατό.
Στο πλαίσιο αυτό, οι αρμόδιοι φορείς καλούν τους πολίτες να υιοθετήσουν μικρές αλλά ουσιαστικές αλλαγές στην καθημερινότητά τους.
Μια εξαιρετικά απλή και αποδοτική πρακτική είναι το πλύσιμο των χεριών με κρύο νερό, κίνηση η οποία μπορεί να εξοικονομήσει περίπου 1,5 λίτρο ζεστού νερού ανά χρήση, μειώνοντας ταυτόχρονα και τους λογαριασμούς ενέργειας, καθώς τα χέρια καθαρίζονται πλήρως πριν καν προλάβει το θερμαινόμενο νερό να φτάσει στη βρύση.