Αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή δημογραφική κρίση βρίσκεται η χώρα, καθώς το αυξανόμενο κόστος ζωής μετατρέπεται σε ανυπέρβλητο εμπόδιο για την απόκτηση απογόνων.
Η υπογεννητικότητα καταγράφει πλέον ιστορικό χαμηλό, με τα επίσημα στοιχεία να αποτυπώνουν μια δραματική συρρίκνωση του πληθυσμού.
Το έτος 2025 ολοκληρώθηκε με μόλις εξακόσιες πενήντα χιλιάδες νέες γεννήσεις, αριθμός που υπολείπεται κατά τουλάχιστον είκοσι χιλιάδες σε σύγκριση με τα δεδομένα του 2024.
Η τάση αυτή δεν προκύπτει ως συνέπεια σύγχρονων κοινωνικών επιλογών, αλλά αποτελεί άμεσο αποτέλεσμα της ασφυκτικής οικονομικής πίεσης που υφίστανται τα περισσότερα νοικοκυριά.
Ακόμη και πολυπληθείς οικογένειες, οι οποίες διαθέτουν θεωρητικά υψηλά εισοδήματα, αναγκάζονται να αναθεωρήσουν τον μακροπρόθεσμο προγραμματισμό τους, διαπιστώνοντας στην πράξη πως οι μηνιαίες απολαβές δεν επαρκούν στο ελάχιστο για την αξιοπρεπή κάλυψη των αναγκών ενός επιπλέον μέλους.
Η δημόσια συζήτηση γύρω από το δημογραφικό πρόβλημα αποκτά πλέον δραματικές διαστάσεις, καθώς οι πολίτες καλούνται καθημερινά να ισορροπήσουν ανάμεσα στην επιθυμία για τη δημιουργία μιας μεγάλης οικογένειας και στη σκληρή πραγματικότητα των ανελαστικών εξόδων που επιβάλλει η καθημερινότητα.
Η σκληρή οικονομική πραγματικότητα παρά τα υψηλά εισοδήματα
Το παράδειγμα μιας μεικτής οικογένειας από την πόλη Worms στο κρατίδιο της Ρηνανίας-Παλατινάτου (Rheinland-Pfalz) είναι απολύτως ενδεικτικό της κατάστασης που επικρατεί σε ολόκληρη την επικράτεια.
Ο Mike Keller και η Sabrina Geffert, οι οποίοι μεγαλώνουν ήδη τρία παιδιά, τόσο από προηγούμενες όσο και από την τωρινή τους σχέση, διαπιστώνουν από πρώτο χέρι τις ακραίες οικονομικές δυσκολίες που συνεπάγεται η συντήρηση ενός πολυμελούς νοικοκυριού στη σημερινή εποχή.
Παρότι ο υπεύθυνος της οικογένειας διατηρεί δική του, ενεργή επιχείρηση στον τομέα της διαχείρισης απορριμμάτων και εξασφαλίζει μηνιαίο καθαρό εισόδημα που κυμαίνεται σταθερά από τρεις χιλιάδες πεντακόσια έως τέσσερις χιλιάδες πεντακόσια ευρώ, το ποσό αυτό αποδεικνύεται εντελώς ανεπαρκές.
Η μητέρα της οικογένειας, η οποία στο παρελθόν εργαζόταν με επιτυχία στον τομέα των πωλήσεων, απέχει αναγκαστικά από την αγορά εργασίας μετά τη γέννηση του μικρότερου παιδιού τους, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω τον διαθέσιμο οικογενειακό προϋπολογισμό.
Τα πάγια μηνιαία έξοδα απορροφούν σχεδόν ακαριαία το σύνολο των εσόδων, με το ενοίκιο για ένα διαμέρισμα μόλις τριών δωματίων, το οποίο κρίνεται πλέον εντελώς ακατάλληλο από πλευράς χωρητικότητας, να ανέρχεται στα χίλια εκατό ευρώ.
Επιπρόσθετα, η οικογένεια καλείται να καλύψει ανελαστικές ανάγκες διαβίωσης που ξεπερνούν σταθερά τα δύο χιλιάδες διακόσια εβδομήντα ευρώ κάθε ημερολογιακό μήνα.
Το συγκεκριμένο, διόλου ευκαταφρόνητο ποσό αφορά αποκλειστικά τις απολύτως απαραίτητες δαπάνες, όπως είναι η κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος, η βασική προμήθεια τροφίμων, η αγορά εισιτηρίων για τα μέσα μαζικής μεταφοράς, τα καύσιμα για τις μετακινήσεις και η στοιχειώδης ένδυση των μελών.
Η συνεχιζόμενη ανατίμηση των βασικών αγαθών καθιστά την εξοικονόμηση πόρων πρακτικά αδύνατη, εξανεμίζοντας το διαθέσιμο εισόδημα πολύ πριν από το τέλος του μήνα.
Η ανεπάρκεια των κρατικών παροχών και η ματαίωση των σχεδίων
Το υπάρχον σύστημα κοινωνικής πρόνοιας και οι σχετικές κρατικές επιδοτήσεις φαίνεται πως αδυνατούν πλήρως να ανακόψουν το ραγδαίο κύμα της υπογεννητικότητας ή να προσφέρουν ουσιαστική, μακροπρόθεσμη ανακούφιση στα δοκιμαζόμενα νοικοκυριά.
Το μηνιαίο επίδομα τέκνων, το οποίο ανέρχεται στα διακόσια πενήντα εννέα ευρώ για κάθε παιδί, κρίνεται από τους πολίτες ως ελάχιστο μπροστά στο πραγματικό και συνεχώς αυξανόμενο κόστος ανατροφής.
Παράλληλα, η οικονομική πίεση της συγκεκριμένης οικογένειας από το Worms αναμένεται να ενταθεί δραματικά στο άμεσο μέλλον, καθώς το γονικό επίδομα των τριακοσίων ευρώ που λαμβάνουν προσωρινά για το νεότερο μέλος πρόκειται να διακοπεί οριστικά.
Η αυστηρή και άκαμπτη φορολογική πολιτική επιδεινώνει περαιτέρω την ήδη βεβαρυμμένη κατάσταση, οδηγώντας τους πολίτες σε ακραίες λύσεις προκειμένου να καταφέρουν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.
Χαρακτηριστικό του αδιεξόδου είναι το γεγονός πως η οικογένεια αναγκάστηκε να προχωρήσει στην άμεση πώληση του ιδιωτικού της οχήματος, προκειμένου να συγκεντρώσει εγκαίρως το υπέρογκο ποσό των πέντε χιλιάδων εκατό ευρώ που απαιτήθηκε από τις αρχές ως προκαταβολή φόρου.
Παράλληλα, η πραγματοποίηση των στοιχειωδών οικογενειακών διακοπών αποτελεί μια μακρινή πολυτέλεια που έχουν να βιώσουν εδώ και μία ολόκληρη δεκαετία.
Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό και ψυχοφθόρο πλαίσιο, οι γονείς εκφράζουν την έντονη απογοήτευσή τους για την ψυχρή αντιμετώπιση που λαμβάνουν από τον κρατικό μηχανισμό.
Μέσω των περιγραφών τους, αναδεικνύουν ένα βαθύ αίσθημα πλήρους εγκατάλειψης, τονίζοντας με έμφαση πως ενώ συνεισφέρουν αδιάκοπα μέσω της άμεσης και έμμεσης φορολογίας και αναλαμβάνουν το δυσβάσταχτο βάρος της ανατροφής της επόμενης γενιάς, στερούνται την απαραίτητη θεσμική αναγνώριση.
Επικεντρώνουν τη δίκαιη κριτική τους στην παντελή απουσία ουσιαστικών φορολογικών ελαφρύνσεων, ένα στοιχείο που καθιστά τη διεύρυνση της οικογένειας ουσιαστικά απαγορευτική.
Η τελική τους απόφαση να μην προχωρήσουν στην απόκτηση ενός ακόμη παιδιού, παρά την έντονη και ειλικρινή τους επιθυμία, αποτυπώνει με τον πλέον γλαφυρό τρόπο την ψυχολογία χιλιάδων ζευγαριών στη χώρα που επιλέγουν να αναστείλουν οριστικά τα σχέδιά τους υπό το βάρος της οικονομικής αβεβαιότητας.