Βερολίνο – Σφοδρές αντιδράσεις και σκληρή κριτική σε πολιτικό επίπεδο έχει προκαλέσει στη Γερμανία η πρωτοφανής αποτυχία της χώρας να εξασφαλίσει μια θέση μη μόνιμου μέλους στο Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.
Ο Γερμανός καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με έντονη εσωτερική πίεση, καθώς το Βερολίνο δεν κατόρθωσε να συγκεντρώσει τον απαραίτητο αριθμό ψήφων στη σχετική διαδικασία του ΟΗΕ, ένα αποτέλεσμα που καταγράφεται για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας.
Η αντιπολίτευση εξαπολύει βαριές κατηγορίες εναντίον του, υπογραμμίζοντας ότι οι χειρισμοί του έχουν οδηγήσει τη χώρα στο διεθνές περιθώριο και έχουν τρώσει το κύρος της.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη έρχεται σε μια περίοδο όπου ο καγκελάριος εμφανίζεται να αγωνίζεται χωρίς επιτυχία να δώσει ουσιαστικές λύσεις σε πολλαπλούς τομείς της εγχώριας πολιτικής, παρά τις αρχικές του υποσχέσεις για γρήγορη και πλήρη ανάταξη της γερμανικής οικονομίας.
Παράλληλα, η στάση που έχει τηρήσει στο Μεσανατολικό κρίνεται ιδιαίτερα προβληματική από πολλά κόμματα, με αποτέλεσμα να θεωρείται πλέον ο πιο αντιδημοφιλής πολιτικός στη χώρα.
Από την πλευρά του, ο Φρίντριχ Μερτς έσπευσε να συγχαρεί την Αυστρία και την Πορτογαλία για την εκλογή τους, διαβεβαιώνοντας μέσω ανάρτησής του στην πλατφόρμα Χ ότι η Γερμανία παραμένει ένας αξιόπιστος και αποφασιστικός πυλώνας του πολυμερούς διεθνούς συστήματος, παρά το αρνητικό αποτέλεσμα.
Οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης και οι κατηγορίες για απώλεια εμπιστοσύνης
Η ήττα αυτή προκάλεσε την άμεση αντίδραση της αντιπολίτευσης, με την αρχηγό των Πρασίνων, Φραντσίσκα Μπράντνερ, να χαρακτηρίζει το αποτέλεσμα ως προσωπική αποτυχία του Μερτς και του υπουργού Εξωτερικών, Γιόχαν Βάντερφουλ.
Η ίδια επεσήμανε ότι αυτή η εξέλιξη δεν πρέπει να εκπλήσσει κανέναν, καθώς η χώρα έχει σπαταλήσει μεγάλο μέρος της εμπιστοσύνης που διέθετε στη διεθνή σκηνή τους τελευταίους μήνες.
Στο ίδιο μήκος κύματος, η ειδικός σε θέματα άμυνας των Πρασίνων, Αγκνιέσκα Μπρούγκερ, τόνισε ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έκανε πολύ λίγα για να υποστηρίξει τη γερμανική υποψηφιότητα με σύγχρονες ιδέες.
Η κυρία Μπρούγκερ υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση απέτυχε να διαμορφώσει ένα ισχυρό διεθνές προφίλ σε κρίσιμα ζητήματα, όπως η προστασία του κλίματος και η αναπτυξιακή συνεργασία, της οποίας η χρηματοδότηση μειώθηκε δραστικά, ενώ συμπλήρωσε ότι οι αλαζονικές δηλώσεις του καγκελάριου προς κράτη της Νότιας Αμερικής και της Αφρικής έπληξαν την υποψηφιότητα.
Επιπλέον, η αρχηγός του κόμματος της Αριστεράς, Ινές Σβέρντερ, απέδωσε την ήττα στη σιωπή της Γερμανίας σε κρίσιμες διεθνείς συγκρούσεις και στην αμηχανία της να καταδικάσει παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου στη Γάζα, τη Δυτική Όχθη και το Ιράν.
Τέλος, η επικεφαλής της AfD, Αλίς Βάιντελ, σημείωσε ότι με την παρούσα κυβέρνηση η μία αμηχανία διαδέχεται την άλλη, αφήνοντας τη χώρα χωρίς έδρα.
Εσωτερικά πυρά από τους κυβερνητικούς εταίρους και πλήγμα στην αξιοπιστία
Οι επικρίσεις όμως δεν περιορίστηκαν στην αντιπολίτευση, καθώς σφοδρά πυρά εκτοξεύθηκαν και εκ των έσω, από τους Σοσιαλδημοκράτες που συμμετέχουν στον κυβερνητικό συνασπισμό με τους Χριστιανοδημοκράτες.
Ο κυβερνητικός συνασπισμός τελεί ήδη υπό καθεστώς έντονης πίεσης εξαιτίας των σοβαρών προβλημάτων της οικονομίας, με ορισμένους αναλυτές να κάνουν λόγο ακόμη και για κίνδυνο πτώσης της κυβέρνησης.
Ο εκπρόσωπος του SPD για θέματα εξωτερικής πολιτικής, Άντις Αχμέτοβιτς, δήλωσε χαρακτηριστικά ότι η αποτυχία εκλογής δεν αποτελεί ένα τυχαίο ατύχημα αλλά ένα σαφές προειδοποιητικό σήμα και μια αισθητή οπισθοδρόμηση για την εξωτερική πολιτική.
Ο ίδιος τόνισε ότι όποιος εφαρμόζει δύο μέτρα και δύο σταθμά στο διεθνές δίκαιο χάνει την αξιοπιστία του ως θεματοφύλακας της διεθνούς τάξης.
Παράλληλα, η βουλευτής του SPD, Ίζαμπελ Καντεμαρτόρι, συνέδεσε την ήττα με την πολιτική της κυβέρνησης έναντι του Ισραήλ και την παλαιότερη δήλωση του Μερτς ότι το Ισραήλ κάνει τη βρώμικη δουλειά για όλους μας, ζητώντας επιστροφή στην τήρηση του διεθνούς δικαίου αντί για απειλές απόσυρσης οικονομικών συνεισφορών στον ΟΗΕ.
Στο ίδιο πλαίσιο, η εκπρόσωπος του SPD, Σαναέ Αμπντί, δήλωσε στο Spiegel ότι η ανάληψη διεθνούς ευθύνης απαιτεί έμπρακτες επενδύσεις σε τομείς που οικοδομούν σχέσεις εμπιστοσύνης και σταθερές συνεργασίες παγκοσμίως.