Γερμανία – Οι σημερινοί 65χρονοι τοποθετούν κατά μέσο όρο την αρχή των γηρατειών στα 75 χρόνια, ενώ σε παλαιότερες γενιές το αντίστοιχο όριο βρισκόταν στα 71, σύμφωνα με ανάλυση στοιχείων της γερμανικής έρευνας Deutscher Alterssurvey. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η αντίληψη για το πότε κάποιος θεωρείται ηλικιωμένος μεταβάλλεται από γενιά σε γενιά και δεν καθορίζεται μόνο από την ηλικία που αναγράφεται στην ταυτότητα.
Ερευνητές από διάφορα πανεπιστήμια εξέτασαν πώς οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την έναρξη του γήρατος, καταγράφοντας διαφορές τόσο ανάμεσα στις γενιές όσο και ανάμεσα στα δύο φύλα. Η μελέτη δεν ορίζει μια ενιαία ηλικία μετά την οποία όλοι γίνονται «ηλικιωμένοι», αλλά αποτυπώνει το πού τοποθετούν οι ίδιοι οι άνθρωποι αυτό το όριο.
Γιατί τα 75 χρόνια αντικαθιστούν τα 71 στην αντίληψη των 65χρονων
Η μετατόπιση κατά τέσσερα χρόνια συνδέεται, σύμφωνα με την παρουσίαση των ευρημάτων, με το μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής, την καλύτερη κατάσταση της υγείας σε μεγαλύτερες ηλικίες και τη σταδιακή αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης. Καθώς αλλάζουν οι συνθήκες ζωής, μεταβάλλεται και το τι θεωρεί κάθε γενιά ως αρχή της τρίτης ηλικίας.
Οι ερευνητές παρατήρησαν ακόμη ότι, όσο μεγαλώνει ένα άτομο, τείνει να μεταθέτει πιο μακριά το σημείο από το οποίο ξεκινά το γήρας. Αυτό σημαίνει ότι το προσωπικό ηλικιακό όριο δεν παραμένει αναγκαστικά σταθερό σε όλη τη διάρκεια της ζωής.
Η έρευνα κατέγραψε και διαφορά περίπου δυόμισι ετών ανάμεσα σε γυναίκες και άνδρες: οι γυναίκες τοποθετούν, κατά μέσο όρο, αργότερα την ηλικία από την οποία αισθάνονται «μεγάλες». Ως πιθανές εξηγήσεις οι ερευνητές αναφέρουν το υψηλότερο προσδόκιμο ζωής των γυναικών, αλλά και την εντονότερη κοινωνική στιγματοποίηση που συνδέεται με τη γυναικεία ηλικία.
Ο ρόλος της υγείας, της δραστηριότητας και των κοινωνικών σχέσεων
Το πώς αισθάνεται κανείς την ηλικία του δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τα χρόνια που έχει ζήσει. Η κατάσταση της υγείας, η καθημερινή δραστηριότητα και η κοινωνική συμμετοχή αναδεικνύονται ως σημαντικοί παράγοντες: άνθρωποι που διατηρούν καλή υγεία και ενεργό τρόπο ζωής συχνά αισθάνονται νεότεροι, ενώ και οι γύρω τους μπορεί να τους αντιλαμβάνονται ως νεότερους.
Η τακτική σωματική άσκηση και η ισορροπημένη διατροφή παρουσιάζονται ως βασικά στοιχεία υγιούς γήρανσης. Η κίνηση υποστηρίζει τη σωματική κατάσταση και την πνευματική ευεξία, ενώ η επαφή με την οικογένεια, τους φίλους ή την ευρύτερη κοινότητα συμβάλλει στη διατήρηση της κοινωνικής συμμετοχής.
Σημασία αποδίδεται και στη διαρκή πνευματική δραστηριότητα, από την εκμάθηση νέων πραγμάτων έως την ενασχόληση με ενδιαφέροντα και χόμπι, τα οποία μπορούν να βοηθούν στη διατήρηση των γνωστικών ικανοτήτων.
Τα ευρήματα αναδεικνύουν έτσι μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη χρονολογική ηλικία και στην υποκειμενική αίσθηση του γήρατος. Παρότι τα χρόνια παραμένουν μετρήσιμο δεδομένο, η υγεία, η κοινωνική ζωή και η προσωπική στάση επηρεάζουν το πότε ο καθένας αρχίζει να θεωρεί τον εαυτό του ηλικιωμένο.