Γερμανία – Οι επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ σε δημόσιες υποδομές κινδυνεύουν να οδηγήσουν σε υψηλότερες τιμές αντί για αντίστοιχη αύξηση των κατασκευαστικών έργων, εάν δεν βελτιωθεί ουσιαστικά η παραγωγικότητα του κλάδου στη Γερμανία. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα μελέτης του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών (DIW Berlin), η οποία εκπονήθηκε για λογαριασμό του Ιδρύματος Bertelsmann.
Η προειδοποίηση συνδέεται με δύο προβλήματα που καταγράφουν οι ερευνητές: τη συνεχιζόμενη υποχώρηση της παραγωγικότητας της εργασίας στις κατασκευές και τη δυσκολία εξεύρεσης πρόσθετου προσωπικού. Ο συντάκτης της μελέτης Martin Gornig επισημαίνει ότι ο κλάδος πρέπει να αυξήσει τις παραγωγικές δυνατότητές του, ώστε η πρόσθετη δημόσια ζήτηση για έργα υποδομής να μη μετατραπεί κυρίως σε πιέσεις στις τιμές.
Σχεδόν 30% χαμηλότερη παραγωγικότητα σε σύγκριση με το 2010
Σύμφωνα με το DIW Berlin, το 2025 η παραγωγικότητα της εργασίας στον γερμανικό κατασκευαστικό κλάδο βρισκόταν σχεδόν 30% κάτω από το επίπεδο του 2010. Η πτωτική πορεία δεν αφορά μόνο συγκεκριμένες επιχειρήσεις ή δραστηριότητες, αλλά εμφανίζεται σε διαφορετικούς τομείς των κατασκευών και σε εταιρείες όλων των μεγεθών.
Η επιδείνωση επιταχύνθηκε μετά την πανδημία του κορωνοϊού και, κυρίως, υπό την επίδραση των αυξήσεων στα επιτόκια και στο κόστος που ακολούθησαν τον πόλεμο στην Ουκρανία. Πρόκειται για πτώση της παραγωγής ανά μονάδα εργασίας, όχι για ισχυρισμό ότι ο συνολικός όγκος των οικοδομικών εργασιών μειώθηκε κατά το ίδιο ποσοστό.
Μια προσομοίωση με βάση στοιχεία επιχειρήσεων καταλήγει ότι η συνολική κατασκευαστική παραγωγή θα μπορούσε να είναι περίπου 12% υψηλότερη, εάν οι λιγότερο αποδοτικές εταιρείες πλησίαζαν τις επιδόσεις των πιο παραγωγικών. Οι ερευνητές αντιστοιχίζουν αυτή τη δυνητική βελτίωση με το έργο σχεδόν 350.000 επιπλέον εργαζομένων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι θέσεις αυτές έχουν δημιουργηθεί ή ότι η αύξηση έχει ήδη επιτευχθεί.
Γιατί η λύση δεν είναι απλώς περισσότερες προσλήψεις
Η προσέλκυση νέου εργατικού δυναμικού θεωρείται δύσκολη από το DIW. Όπως εξηγεί ο συν-συγγραφέας της μελέτης Alexander Schiersch, χώρες από τις οποίες στο παρελθόν προέρχονταν πολλοί εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν πλέον και οι ίδιες δημογραφικές πιέσεις, ενώ ορισμένες έχουν καλύτερη οικονομική πορεία. Έτσι, η προσπάθεια διεύρυνσης της παραγωγικής ικανότητας δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στην εξεύρεση προσωπικού από το εξωτερικό.
Ο Gornig υποστηρίζει ότι πρέπει να υιοθετηθούν πολύ ταχύτερα και σε μεγαλύτερη έκταση σύγχρονες μέθοδοι κατασκευής που είναι ήδη διαθέσιμες. Από την πλευρά του Δημοσίου, η μελέτη προτείνει περιορισμό των γραφειοκρατικών επιβαρύνσεων, διαγωνισμούς που ευνοούν την καινοτομία και στοχευμένα πιλοτικά έργα, τα οποία θα μπορούσαν να επιταχύνουν τον εκσυγχρονισμό της παραγωγής.
Η ρομποτική ως δυνατότητα για τα εργοτάξια
Ο Schiersch αναδεικνύει ειδικότερα τις δυνατότητες της ρομποτικής. Εκτιμά ότι η χρήση ρομπότ παράλληλα με τα συμβατικά μηχανήματα στα εργοτάξια θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά την παραγωγικότητα της εργασίας, εφόσον τέτοιες τεχνολογίες ενσωματωθούν στην καθημερινή κατασκευαστική δραστηριότητα.
Το συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι η αποτελεσματικότερη αξιοποίηση του υπάρχοντος εργατικού δυναμικού αποτελεί κρίσιμο όρο για να μεταφραστούν οι δημόσιες επενδύσεις σε περισσότερα έργα υποδομής. Χωρίς μια τέτοια αλλαγή, οι περιορισμένες κατασκευαστικές δυνατότητες ενδέχεται, κατά τους ερευνητές, να ενισχύσουν τις ανατιμήσεις στον κλάδο.