Γερμανία – Η ραγδαία επιδείνωση του παγκόσμιου γεωπολιτικού κλίματος, με επίκεντρο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, έχει προκαλέσει τεκτονικές αλλαγές στην αγορά αμυντικού εξοπλισμού.
Μέσα στην εξεταζόμενη πενταετία δύο χιλιάδες είκοσι ένα με δύο χιλιάδες είκοσι πέντε, το γερμανικό κράτος αναρριχήθηκε εντυπωσιακά στην τέταρτη θέση της παγκόσμιας κατάταξης των χωρών που εξάγουν στρατιωτικό υλικό.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα το ινστιτούτο ερευνών SIPRI στη Στοκχόλμη, η χώρα ξεπέρασε την Κίνα, η οποία υποχώρησε πλέον στην πέμπτη θέση της σχετικής λίστας.
Παράλληλα, οι παγκόσμιες πωλήσεις οπλικών συστημάτων αυξήθηκαν κατά σχεδόν δέκα τοις εκατό τα τελευταία πέντε χρόνια, επιβεβαιώνοντας τη γενικότερη τάση επαναστρατιωτικοποίησης σε διεθνές επίπεδο.
Η στρατηγική εξάρτηση της Ευρώπης από την αμερικανική αμυντική βιομηχανία
Στην κορυφή της λίστας των μεγαλύτερων εξαγωγέων παραμένουν σταθερά οι ΗΠΑ, ακολουθούμενες σε απόσταση από τη Γαλλία και τη Ρωσία.
Στον αντίποδα, η ευρωπαϊκή ήπειρος έχει μετατραπεί πλέον στον απόλυτο και μεγαλύτερο αποδέκτη στρατιωτικού υλικού παγκοσμίως, απορροφώντας το τριάντα τρία τοις εκατό του συνόλου των παραδόσεων.
Είναι απολύτως χαρακτηριστικό ότι οι εισαγωγές όπλων στις ευρωπαϊκές χώρες υπερτριπλασιάστηκαν σε σύγκριση με το προηγούμενο εξεταζόμενο διάστημα των πέντε ετών.
Το κύριο βάρος των νέων αγορών πέφτει σταθερά σε προηγμένα αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη και υπερσύγχρονα αντιαεροπορικά συστήματα μεγάλης εμβέλειας.
Ένας πρόσθετος παράγοντας που τροφοδοτεί αυτή την πρωτοφανή τάση είναι η αβεβαιότητα γύρω από τις προθέσεις του προέδρου των ΗΠΑ, Donald Trump, σχετικά με την επιχειρησιακή δέσμευση της χώρας του στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ.
Ο ερευνητής του ινστιτούτου SIPRI, Pieter Wezeman, επισημαίνει ότι τα ευρωπαϊκά κράτη αντιδρούν προχωρώντας σε έκτακτες προμήθειες που ξεπερνούν κατά πολύ τους αρχικούς τους αμυντικούς σχεδιασμούς.
Παρά τους ισχυρούς ενδοιασμούς για την αμερικανική εξωτερική πολιτική, οι Ευρωπαίοι συνεχίζουν μαζικά να επιλέγουν εξοπλισμό από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, θεωρώντας ότι οι τεράστιες παραγγελίες λειτουργούν ως πολιτική εγγύηση για τη μακροπρόθεσμη διατήρηση των διμερών στρατηγικών σχέσεων.
Ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή και κορύφωση των περιφερειακών συγκρούσεων
Σε πλήρη αντίθεση με την εικόνα που παρουσιάζει ο δυτικός κόσμος, σε αρκετές άλλες κρίσιμες περιοχές του πλανήτη, συμπεριλαμβανομένης της Μέσης Ανατολής, καταγράφεται πλέον μια αξιοσημείωτη μείωση στις νέες εισαγωγές όπλων.
Σύμφωνα με τους ειδικούς ερευνητές, αυτό δεν μεταφράζεται σε κάποια ξαφνική ειρηνευτική διάθεση, αλλά υποδηλώνει ξεκάθαρα ότι η κορύφωση της εξοπλιστικής φρενίτιδας για τα συγκεκριμένα κράτη είχε ήδη συντελεστεί τα προηγούμενα χρόνια.
Χώρες με τεράστια οικονομική επιφάνεια και σύνθετα γεωπολιτικά συμφέροντα, όπως το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, είχαν φροντίσει εγκαίρως να θωρακίσουν τις ένοπλες δυνάμεις τους με μαζικές επενδύσεις σε σύγχρονο στρατιωτικό υλικό.
Η προγενέστερη αυτή πολυετής συσσώρευση οπλισμού έχει δημιουργήσει τεράστια εθνικά αποθέματα και διευρυμένες επιχειρησιακές ικανότητες, τις οποίες οι εν λόγω χώρες αξιοποιούν τώρα ενεργά στα ανοιχτά πολεμικά τους μέτωπα.
Η δραματική κλιμάκωση της βίας στη Μέση Ανατολή, σε άμεσο συνδυασμό με τις ευρύτερες γεωπολιτικές αναταραχές που ταλανίζουν το διεθνές στερέωμα, αναμένεται να λειτουργήσει ως νέος επιταχυντής εξελίξεων.
Οι προβλέψεις των αναλυτών συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι οι τρέχουσες ένοπλες συγκρούσεις θα ανατροφοδοτήσουν πολύ σύντομα τη γενική ζήτηση, διατηρώντας την παγκόσμια βιομηχανία κατασκευής όπλων σε τροχιά διαρκούς και έντονης ανάπτυξης για τα επόμενα χρόνια.