Γερμανία – Η πρόσφατη εργαστηριακή έρευνα που διεξήγαγε η καταναλωτική οργάνωση Foodwatch έφερε στο φως ανησυχητικά ευρήματα σχετικά με την ποιότητα βασικών ειδών διατροφής που πωλούνται στα ράφια των μεγαλύτερων γερμανικών σούπερ μάρκετ. Μέσα από αυστηρούς ελέγχους, εντοπίστηκαν εκτεταμένα υπολείμματα χημικών ουσιών, των οποίων η χρήση έχει απαγορευτεί ρητά εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης λόγω της τοξικότητάς τους, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την ασφάλεια προϊόντων καθημερινής χρήσης. Η συγκεκριμένη ανάλυση επικεντρώθηκε κυρίως σε μπαχαρικά, διάφορες ποικιλίες τσαγιού και ρύζι, αποκαλύπτοντας πως ένα σημαντικό ποσοστό αυτών των εισαγόμενων αγαθών φέρει φορτίο φυτοφαρμάκων που παραβιάζει άμεσα την ισχύουσα νομοθεσία.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Εντοπισμός απαγορευμένων ουσιών σε 43 από τα 64 ελεγχόμενα δείγματα στην Ευρώπη.
- Το μίγμα μπαχαρικών της Rewe κατέγραψε το απόλυτο αρνητικό ρεκόρ με 22 διαφορετικά χημικά.
- Καθησυχαστικές εμφανίζονται οι γερμανικές υγειονομικές αρχές λόγω της μικρής ποσότητας κατανάλωσης.
Ποιες εταιρείες παραβίασαν τα επιτρεπτά όρια φυτοφαρμάκων στα μπαχαρικά
Η εις βάθος αξιολόγηση της Foodwatch, η οποία εξέτασε συνολικά 19 προϊόντα που διατίθενται στην τοπική αγορά, κατέδειξε ότι 13 από αυτά περιείχαν ίχνη μη εγκεκριμένων φυτοπροστατευτικών ουσιών. Η προσοχή των ερευνητών στράφηκε ιδιαίτερα σε συγκεκριμένες παρτίδες όπου σημειώθηκε δραματική υπέρβαση των θεσμοθετημένων ορίων, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το κύμινο της εταιρείας Fuchs και το αντίστοιχο προϊόν ιδιωτικής ετικέτας Kania, το οποίο διανέμεται από τη Lidl. Σύμφωνα με τα στοιχεία, η συγκέντρωση του ζιζανιοκτόνου Flamprop στο προϊόν της Lidl άγγιξε το 217πλάσιο του νομίμως επιτρεπτού ορίου, ενώ στο προϊόν της Fuchs καταγράφηκε υπέρβαση κατά 165 φορές, καθιστώντας άμεση την ανάγκη για προληπτική απόσυρση των εν λόγω κωδικών από τα ράφια.
Την ίδια στιγμή, το μίγμα Chili Mix της σειράς Rewe Beste Wahl αναδείχθηκε ως η πλέον επιβαρυμένη επιλογή, συγκεντρώνοντας 22 διαφορετικά φυτοφάρμακα, εκ των οποίων τα επτά στερούνται ευρωπαϊκής έγκρισης. Αντίστοιχα ευρήματα, αν και σε μικρότερη κλίμακα, καταγράφηκαν σε κωδικούς πάπρικας των αλυσίδων Aldi και Rewe, καθώς και σε επιλεγμένα δείγματα πράσινου τσαγιού από τις γνωστές φίρμες Teekanne και Meßmer. Αυτή η εικόνα επιβεβαιώνει πως το πρόβλημα εκτείνεται σε μια ευρεία γκάμα τυποποιημένων τροφίμων που βασίζονται σε πρώτες ύλες από τρίτες χώρες, όπου οι κανονισμοί παραγωγής διαφέρουν σημαντικά.
Η παρέμβαση των υγειονομικών αρχών και η απάντηση των γερμανικών σούπερ μάρκετ
Μπροστά σε αυτές τις αποκαλύψεις, το Ομοσπονδιακό Ινστιτούτο Αξιολόγησης Κινδύνων (BfR) παρενέβη προκειμένου να αποσαφηνίσει το επίπεδο της πραγματικής απειλής για τη δημόσια υγεία. Οι ειδικοί του ινστιτούτου κατέστησαν σαφές πως τα συγκεκριμένα προϊόντα κυμίνου είναι ακατάλληλα προς πώληση και παραβιάζουν τους εμπορικούς κανόνες, όμως παράλληλα υπογράμμισαν ότι η περιστασιακή κατανάλωση μπαχαρικών σε τόσο μικρές ποσότητες δεν εγκυμονεί άμεσο κίνδυνο δηλητηρίασης για τον μέσο καταναλωτή. Οι εμπλεκόμενες εταιρείες, προσπαθώντας να διαχειριστούν την κρίση αξιοπιστίας, προχώρησαν σε άμεσες ανακοινώσεις, με τη Lidl να υποστηρίζει πως οι δικές της εξωτερικές εργαστηριακές αναλύσεις δεν επιβεβαιώνουν την παρουσία του επίμαχου ζιζανιοκτόνου και την εταιρεία Fuchs να αμφισβητεί την αληθοφάνεια των μετρήσεων.
Στον αντίποδα, η έρευνα προσέφερε μια “ανάσα” ανακούφισης για ορισμένες κατηγορίες βασικών αγαθών, καθώς τα μαύρα τσάγια των Aldi και Lidl, καθώς και δημοφιλείς μάρκες ρυζιού όπως της Oryza και της Ben’s Original, βρέθηκαν απολύτως καθαρά από χημικά κατάλοιπα. Παρά ταύτα, η καταναλωτική οργάνωση Foodwatch κλιμακώνει την πίεση προς το αρμόδιο υπουργείο, ζητώντας από τον Alois Rainer να εγκαταλείψει την επιφυλακτική του στάση απέναντι στους αυστηρότερους ευρωπαϊκούς κανονισμούς, απαιτώντας πολιτικές μηδενικής ανοχής για τις εισαγωγές τροφίμων που φέρουν τοξικά φορτία.