Γερμανία – Σε οριστική συμφωνία για ένα εκτενές μεταρρυθμιστικό πακέτο, που στοχεύει στην τόνωση της οικονομίας και της απασχόλησης, κατέληξε ο κυβερνητικός συνασπισμός. Τα νέα μέτρα προβλέπουν στοχευμένη φορολογική ελάφρυνση για τα μεσαία εισοδήματα, αλλά ταυτόχρονα φέρνουν δραστικές και αμφιλεγόμενες αλλαγές στα εργασιακά δικαιώματα, όπως η άμεση υποχρέωση ιατρικής βεβαίωσης σε περίπτωση ασθένειας.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Ετήσια φορολογική ελάφρυνση 600 ευρώ για μέσες οικογένειες.
- Υποχρεωτική ιατρική βεβαίωση για αναρρωτική άδεια από την πρώτη ημέρα.
- Αύξηση της φορολογίας στο 47% για εισοδήματα άνω των 280.000 ευρώ.
Φορολογικές ανάσες και αυξήσεις για τα υψηλά εισοδήματα
Μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις, ο καγκελάριος Friedrich Merz (CDU), μαζί με τον επικεφαλής της CSU Markus Söder και την ηγεσία του SPD (Lars Klingbeil και Bärbel Bas), παρουσίασαν το νέο κυβερνητικό σχέδιο. Σύμφωνα με τις αποφάσεις, μια μέση οικογένεια με ετήσιο φορολογητέο εισόδημα 60.000 ευρώ θα δει ελάφρυνση της τάξης των 600 ευρώ ετησίως. Σύμφωνα με εσωτερικό έγγραφο του υπουργείου Οικονομικών που επικαλείται σε ρεπορτάζ της η εφημερίδα BILD, το όφελος μεταφράζεται πρακτικά σε 50 ευρώ τον μήνα.
Ως αντιστάθμισμα, επιβάλλεται αυστηρότερη φορολόγηση στα εξαιρετικά υψηλά εισοδήματα. Ο συντελεστής αυξάνεται στο 45% για φορολογητέα εισοδήματα από 250.000 ευρώ και αγγίζει το 47% για όσους ξεπερνούν τις 280.000 ευρώ. Παράλληλα, μειώνεται το ποσοστό έκπτωσης για τις δαπάνες τεχνικών εργασιών (Handwerker) στο 15% από το 20% που ίσχυε μέχρι σήμερα.
Ανατροπές σε αναρρωτικές άδειες και συμβάσεις εργασίας
Το πακέτο φέρνει σημαντικές προκλήσεις για τους εργαζομένους. Η κυβέρνηση αποφάσισε ότι η προσκόμιση αναρρωτικής άδειας θα είναι πλέον υποχρεωτική από την πρώτη κιόλας ημέρα ασθενείας, καταργώντας το περιθώριο των τριών ημερών. Ο Friedrich Merz επέμεινε ιδιαίτερα σε αυτή την αλλαγή, θεωρώντας ότι ο αριθμός των ημερών ασθενείας στη χώρα είναι υπερβολικά υψηλός σε σύγκριση με τα διεθνή δεδομένα.
Επιπλέον, επεκτείνεται η δυνατότητα σύναψης συμβάσεων ορισμένου χρόνου χωρίς ειδικό λόγο. Για προσλήψεις που θα γίνουν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2030, η μέγιστη διάρκεια μιας τέτοιας σύμβασης θα μπορεί να φτάσει τους 48 μήνες, με δικαίωμα έως και έξι ανανεώσεων. Η ρύθμιση αυτή προκάλεσε έντονες εσωτερικές συζητήσεις, καθώς αποδυναμώνει περαιτέρω τη σταθερότητα της απασχόλησης.
Αλλαγές στις απολύσεις για υψηλόμισθα στελέχη
Μία ακόμη κρίσιμη παρέμβαση αφορά τους εργαζομένους με ετήσιες αποδοχές άνω των 175.000 ευρώ, για τους οποίους χαλαρώνει το πλαίσιο προστασίας από τις απολύσεις, καθιστώντας ευκολότερη τη λύση των συμβάσεών τους. Ωστόσο, η υπουργός Εργασίας Bärbel Bas διασφάλισε ότι αυτή η διευκόλυνση δεν θα αγγίξει τους μισθούς που καθορίζονται μέσω συλλογικών συμβάσεων, οι οποίοι ούτως ή άλλως καλύπτουν αποδοχές έως 150.000 ευρώ.
Παρά την οριστικοποίηση της συμφωνίας από τους επικεφαλής των κοινοβουλευτικών ομάδων Jens Spahn και Matthias Miersch, παραμένει αβέβαιο αν οι νέες πολιτικές θα επιτύχουν τον τελικό τους στόχο. Ακόμα και ο ίδιος ο καγκελάριος εξέφρασε συγκρατημένη αισιοδοξία, επισημαίνοντας ότι οι πραγματικές επιπτώσεις αυτών των μέτρων στην πορεία της οικονομίας δεν μπορούν να προβλεφθούν με απόλυτη βεβαιότητα.