Μια συνηθισμένη παρανόηση οδηγεί χιλιάδες φορολογούμενους στη Γερμανία να πέφτουν κάθε χρόνο στην ίδια παγίδα, πιστεύοντας πως η ταχύτητα είναι ο καλύτερος σύμμαχος για την επιστροφή φόρου. Η λογική «όσο νωρίτερα, τόσο καλύτερα» φαίνεται εκ πρώτης όψεως ορθή, ωστόσο στην πράξη αποδεικνύεται λανθασμένη, οδηγώντας συχνά στα αντίθετα αποτελέσματα. Η βιασύνη για την υποβολή της φορολογικής δήλωσης (Steuererklärung) στις αρχές του έτους δεν εξασφαλίζει προτεραιότητα, αλλά αντίθετα μπορεί να προκαλέσει σημαντικές καθυστερήσεις στην εκκαθάριση.
Πολλοί πολίτες, υπό το άγχος της εκκρεμότητας ή με την προσδοκία μιας άμεσης επιστροφής χρημάτων, σπεύδουν να καταθέσουν τα δικαιολογητικά τους ήδη από τον Ιανουάριο ή τον Φεβρουάριο. Ωστόσο, η εσωτερική λειτουργία των γερμανικών εφοριών (Finanzamt) ακολουθεί διαφορετικούς ρυθμούς. Η πραγματική επεξεργασία των φακέλων ξεκινά, κατά κανόνα, από τα μέσα Μαρτίου. Το διάστημα που προηγείται, οι υπηρεσίες ουσιαστικά συλλέγουν απλώς τα εισερχόμενα έγγραφα χωρίς να προχωρούν σε ουσιαστικό έλεγχο.
Το τεχνικό εμπόδιο και η αναμονή του λογισμικού
Ένας από τους βασικούς λόγους για αυτή την καθυστέρηση είναι καθαρά τεχνικός. Τα ενοποιημένα ομοσπονδιακά προγράμματα λογισμικού που χρησιμοποιούνται για την επεξεργασία των φορολογικών δηλώσεων δεν είναι πλήρως διαθέσιμα στις εφορίες πριν από τον Μάρτιο. Χωρίς την πλήρη λειτουργία αυτών των συστημάτων, οι υπάλληλοι δεν μπορούν να προχωρήσουν στην οριστική επεξεργασία των δηλώσεων. Συνεπώς, όσοι υποβάλλουν τα έντυπά τους πολύ νωρίς, δεν κερδίζουν απολύτως τίποτα σε χρόνο, καθώς οι φάκελοί τους παραμένουν σε καθεστώς αναμονής μέχρι να ενεργοποιηθεί το σύστημα.
Πέρα από το λογισμικό, υπάρχει ένα σοβαρότερο ζήτημα που αφορά τη ροή των πληροφοριών. Στις αρχές του έτους, πολλά από τα απαραίτητα φορολογικά δεδομένα δεν έχουν ακόμη διαβιβαστεί στις αρχές. Οι εργοδότες, οι ασφαλιστικοί φορείς, οι τράπεζες και τα ταμεία συντάξεων έχουν προθεσμία μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου για να αποστείλουν ηλεκτρονικά τα στοιχεία που αφορούν μισθούς, συντάξεις, εισφορές και κεφαλαιακά κέρδη.
Όταν ένας φορολογούμενος υποβάλλει δήλωση πριν ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία, η εφορία δεν διαθέτει τα απαραίτητα στοιχεία για διασταύρωση. Εάν ο πολίτης προσπαθήσει να καλύψει τα κενά με εκτιμήσεις ή χρησιμοποιώντας στοιχεία του προηγούμενου έτους, αυξάνει δραματικά την πιθανότητα ερωτημάτων και διευκρινίσεων από την πλευρά της εφορίας. Κάθε τέτοια “εμπλοκή” για διευκρινίσεις προσθέτει επιπλέον χρόνο στην τελική εκκαθάριση, ακυρώνοντας κάθε όφελος που επεδίωκε ο φορολογούμενος μέσω της πρόωρης υποβολής.
Η στρατηγική της υπομονής και οι προθεσμίες
Η εμπειρία δείχνει ότι η στρατηγική αναμονή είναι πιο αποδοτική από τη βιασύνη. Η ιδανική περίοδος για την υποβολή της δήλωσης θεωρείται χρονικά μετά τα μέσα Μαρτίου, όταν όλα τα δεδομένα έχουν ενσωματωθεί στο σύστημα και το λογισμικό λειτουργεί πλήρως. Η ηλεκτρονική υποβολή μέσω της πλατφόρμας ELSTER επιταχύνει περαιτέρω τη διαδικασία, καθώς επιτρέπει την αυτοματοποιημένη επεξεργασία, η οποία ολοκληρώνεται συνήθως ταχύτερα από τις χειρόγραφες δηλώσεις.
Άλλωστε, τα χρονικά περιθώρια είναι επαρκή. Για το φορολογικό έτος 2025, η κανονική προθεσμία υποβολής λήγει στις 31 Ιουλίου 2026. Για όσους συνεργάζονται με φοροτεχνικό σύμβουλο (Steuerberater), η προθεσμία επεκτείνεται σημαντικά και φτάνει έως την 1η Μαρτίου 2027, παρέχοντας άπλετο χρόνο για σωστή προετοιμασία χωρίς λάθη και παραλείψεις.
