Γερμανία – Μια έντονη κοινωνική και πολιτική συζήτηση έχει ανοίξει στη Γερμανία σχετικά με την εργασιακή κουλτούρα και το φορολογικό σύστημα, με αφορμή το γεγονός ότι ένας στους τρεις εργαζόμενους στη χώρα επιλέγει πλέον τη μερική απασχόληση. Ενώ η πολιτική ηγεσία, υπό τον Καγκελάριο Friedrich Merz, πιέζει για αύξηση των ωρών εργασίας ως απάντηση στα οικονομικά προβλήματα, οικονομικοί αναλυτές και φοροτεχνικοί αντιτείνουν ότι το ισχύον φορολογικό σύστημα λειτουργεί ως ισχυρό αντικίνητρο για όποιον επιθυμεί να εργαστεί περισσότερο.
Το ζήτημα επανήλθε δυναμικά στην επικαιρότητα μετά τις δηλώσεις της Υφυπουργού Οικονομίας, Gitta Connemann (CDU), η οποία πρότεινε έναν δραστικό περιορισμό του δικαιώματος στη μερική απασχόληση. Σύμφωνα με την πρότασή της, το καθεστώς μειωμένου ωραρίου θα πρέπει στο μέλλον να είναι προσβάσιμο αποκλειστικά σε γονείς και εργαζόμενους που φροντίζουν εξαρτώμενα μέλη της οικογένειάς τους. Η πρόταση βρήκε σύμφωνους εκπροσώπους της εργοδοσίας, όπως τον σύνδεσμο BDA, που ζητούν την άρση των «μποτιλιαρισμάτων» στην ανάπτυξη, αλλά προκάλεσε την έντονη αντίδραση του SPD και των συνδικάτων.
Η «τιμωρία» της εφορίας στην πλήρη απασχόληση
Πέρα από τις πολιτικές διακηρύξεις περί εργατικότητας, η Ένωση Φορολογουμένων (Bund der Steuerzahler) παρουσίασε στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η «τεμπελιά» δεν είναι ο κύριος λόγος για την στροφή στη μερική απασχόληση. Ο ειδικός σε θέματα φορολογίας, Matthias Warneke, ανέλυσε στη BILD πώς το γερμανικό κράτος απορροφά δυσανάλογα μεγάλο μέρος του εισοδήματος όταν ένας εργαζόμενος αποφασίσει να γυρίσει σε πλήρες ωράριο. Σε πολλές περιπτώσεις, ο φόρος που καλείται να πληρώσει κάποιος για πλήρη απασχόληση είναι 3,5 έως 6 φορές υψηλότερος σε σχέση με τη μερική.
Συγκεκριμένα παραδείγματα αναδεικνύουν το μέγεθος του προβλήματος:
- Παράδειγμα 1: Εργαζόμενος με ωρομίσθιο 25 ευρώ που δουλεύει 20 ώρες την εβδομάδα, λαμβάνει μηνιαίο μισθό 2.000 ευρώ. Η φορολογική του επιβάρυνση είναι μόλις 4,4% (δηλαδή 4,4 σεντς για κάθε ευρώ πηγαίνουν στο κράτος). Εάν ο ίδιος εργαζόμενος διπλασιάσει τις ώρες του σε 40 (πλήρες ωράριο) και τον μισθό του σε 4.000 ευρώ, η φορολογική επιβάρυνση δεν διπλασιάζεται απλώς, αλλά τριπλασιάζεται, φτάνοντας το 13,1%.
- Παράδειγμα 2: Για έναν εργαζόμενο με υψηλότερο ωρομίσθιο (37 ευρώ), η μετάβαση από τις 20 στις 40 ώρες εκτοξεύει τον φόρο εισοδήματος από το 9,8% στο 17,9%.
Ο πρόεδρος της Ένωσης Φορολογουμένων, Reiner Holznagel, τόνισε την ανάγκη για άμεση φορολογική μεταρρύθμιση, υποστηρίζοντας ότι μόνο έτσι θα αποκτήσουν οι πολίτες κίνητρο για εργασία. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο αρχηγός της CSU, Markus Söder, προτείνει φορολογικά κίνητρα για την ενθάρρυνση της υπερωριακής απασχόλησης, ενώ ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (OECD) ζητά την κατάργηση των Minijobs και του συστήματος φορολόγησης ζευγαριών (Ehegattensplitting).
Η κοινωνική διάσταση και η γυναικεία απασχόληση
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν εξετάζεται υπό το πρίσμα της ισότητας των φύλων. Τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι ενώ μόνο το 12% των ανδρών εργάζεται με καθεστώς μερικής απασχόλησης, το αντίστοιχο ποσοστό στις γυναίκες εκτοξεύεται στο 49%. Για πολλούς εργαζόμενους, ειδικά για όσους είναι δεύτεροι εισοδηματίες σε ένα νοικοκυριό ή άγαμοι χωρίς φορολογικές ελαφρύνσεις, η επιπλέον εργασία είναι οικονομικά ασύμφορη.
Από την πλευρά των Πρασίνων, η επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας, Katharina Dröge, χαρακτήρισε «θράσος» την αντιμετώπιση της μερικής απασχόλησης ως πολυτέλεια. Η Dröge επεσήμανε ότι για πολλές γυναίκες, το μειωμένο ωράριο είναι η μοναδική λύση για τον συνδυασμό εργασίας και οικογένειας, ενώ για τους ηλικιωμένους αποτελεί συχνά τον μόνο τρόπο παραμονής στην αγορά εργασίας. Η ίδια κάλεσε την ηγεσία της CDU να εστιάσει στη δημιουργία υποδομών, όπως παιδικοί σταθμοί και δομές φροντίδας ηλικιωμένων, υποστηρίζοντας ότι πολλές γυναίκες θα εργάζονταν περισσότερο εάν υπήρχε το κατάλληλο υποστηρικτικό πλαίσιο.
