Ελβετία – Μια αναπάντεχη μετατόπιση στα δεδομένα της αγοράς εργασίας καταγράφεται το 2024, καταρρίπτοντας παγιωμένες αντιλήψεις γύρω από τη νεότερη γενιά και την επιθυμία για εργασία.
Τα νέα στατιστικά ευρήματα από την Ελβετική Ένωση Εργοδοτών (SAV) αποκαλύπτουν μια μαζική στροφή προς το μειωμένο ωράριο, η οποία όμως δεν καθοδηγείται από τους νέους, αλλά από ένα εντελώς διαφορετικό ηλικιακό γκρουπ. Η εξέλιξη αυτή επαναπροσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν το ανθρώπινο δυναμικό τους, φέρνοντας στο προσκήνιο νέες οικονομικές και κοινωνικές δυναμικές που επηρεάζουν άμεσα την εθνική παραγωγικότητα και τα διαθέσιμα εισοδήματα των νοικοκυριών.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Οι εργαζόμενοι ηλικίας 50-64 ετών καταγράφουν τα υψηλότερα ποσοστά ηθελημένης ημιαπασχόλησης.
- Μόλις 2% με 3% των νέων ηλικίας 15-24 ετών επιλέγουν μειωμένο ωράριο χωρίς να επικαλούνται σπουδές.
- Η οικονομική άνεση αποτελεί τον βασικό πυλώνα για τη μετάβαση σε λιγότερες ώρες εργασίας.
Ανατροπή στα στοιχεία απασχόλησης: Ποιοι επιλέγουν το μειωμένο ωράριο
Οι επικρίσεις που δέχεται συχνά η γενιά Z σχετικά με τη μειωμένη διάθεση για εργασία πλήρους απασχόλησης δεν επιβεβαιώνονται από τα επίσημα δεδομένα. Αντιθέτως, η λεπτομερής ανάλυση της Ελβετικής Ένωσης Εργοδοτών, η οποία βασίζεται σε στοιχεία του Ομοσπονδιακού Γραφείου Στατιστικής, φέρνει στο φως μια διαφορετική πραγματικότητα. Οι εργαζόμενοι που βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο της καριέρας τους παρουσιάζουν μια ραγδαία αυξανόμενη τάση προς την ημιαπασχόληση. Ειδικότερα, στο ηλικιακό φάσμα των 55 έως 59 ετών, ένα ποσοστό της τάξης του 11% δηλώνει ξεκάθαρα την απουσία ενδιαφέροντος για θέσεις πλήρους απασχόλησης, ενώ το ποσοστό αυτό αγγίζει το 13% στους εργαζόμενους μεταξύ 60 και 64 ετών.
Η εξέλιξη αυτή χαρακτηρίζεται ως ένα κρίσιμο αναξιοποίητο δυναμικό για την αγορά. Ο επικεφαλής οικονομολόγος της SAV, Patrick Chuard-Keller, εξήγησε την κατάσταση σημειώνοντας πως «το μεγαλύτερο ανεκμετάλλευτο δυναμικό εργατικού δυναμικού μέσω της lifestyle ημιαπασχόλησης βρίσκεται στους άνω των 50 ετών, καθώς εργάζονται συχνότερα με μειωμένο ωράριο επειδή δεν έχουν διάθεση για πλήρη απασχόληση». Αντιθέτως, οι νέοι κάτω των 24 ετών καταγράφουν αντίστοιχα ποσοστά μόλις 2% έως 3%, καταρρίπτοντας πλήρως το αφήγημα της μαζικής αποχής τους από την παραγωγική διαδικασία.
Τα οικονομικά κριτήρια της επιλογής: Ο ρόλος των αποδοχών και του πλούτου
Ο καθοριστικός παράγοντας πίσω από αυτή τη στροφή εντοπίζεται στην οικονομική επιφάνεια. Η μετάβαση σε ένα μοντέλο μειωμένων ωρών απαιτεί επαρκείς οικονομικούς πόρους, κάτι που συναντάται πολύ συχνότερα στους μεγαλύτερους σε ηλικία επαγγελματίες. Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, η συγκεκριμένη ομάδα διαθέτει κατά κανόνα υψηλότερες αποδοχές και σημαντικά μεγαλύτερα περιουσιακά στοιχεία, γεγονός που της επιτρέπει να δώσει προτεραιότητα στον ελεύθερο χρόνο έναντι της περαιτέρω επαγγελματικής εξέλιξης. Αυτή η συμπεριφορά γέννησε τον όρο της «lifestyle ημιαπασχόλησης», ο οποίος αρχικά προήλθε από πολιτικές συζητήσεις στη Γερμανία, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στους κόλπους των εργοδοτικών και πολιτικών φορέων.
Στον αντίποδα, οι λόγοι που ωθούν τους νεότερους εργαζόμενους σε καθεστώς μερικής απασχόλησης είναι κυρίως πρακτικοί. Το 22% των ατόμων ηλικίας 20 έως 24 ετών επιλέγει αυτό το μοντέλο λόγω εκπαιδευτικών υποχρεώσεων και σπουδών. Καθώς οι ηλικίες αυξάνονται, η ανατροφή των παιδιών γίνεται η κύρια αιτία. Στις ηλικίες 30 έως 34 ετών, η παιδική μέριμνα αποτελεί το βασικό κίνητρο για το 14%, ποσοστό που εκτοξεύεται στο 22% για την κατηγορία των 35 έως 44 ετών. Τα δημογραφικά στοιχεία δείχνουν πως οι γυναίκες επικαλούνται αυτή την αιτία τρεις φορές συχνότερα από τους άνδρες.
Η σύγκρουση για το εργασιακό μοντέλο: Ηθική ευθύνη και κοινωνικές υποδομές
Η απόφαση για μείωση των ωρών εργασίας προκαλεί τριβές όσον αφορά την κοινωνική συνοχή. Αν και οι εκπρόσωποι των εργοδοτών αποφεύγουν τις άμεσες ηθικές επικρίσεις, επισημαίνουν ότι η συνειδητή επιλογή για μειωμένη παραγωγικότητα, όταν υπάρχουν οι δυνατότητες για το αντίθετο, εγείρει ζητήματα δίκαιης κατανομής των βαρών. Παράλληλα, καταγράφεται ένα σταθερό ποσοστό της τάξης του 2% έως 3% σε όλες τις ηλικιακές βαθμίδες που δεν καταφέρνει να εντοπίσει διαθέσιμες θέσεις πλήρους απασχόλησης, παρά τη σχετική επιθυμία του, αναδεικνύοντας τις εγγενείς αδυναμίες του συστήματος.
Η εργοδοτική προσέγγιση αμφισβητείται ωστόσο έντονα από συνδικαλιστικούς φορείς και ακαδημαϊκούς ερευνητές. Όπως αναφέρθηκε από ειδικούς στην αγορά εργασίας, το κανονικό εβδομαδιαίο ωράριο στην ελβετική επικράτεια αγγίζει τις 42 ώρες, όριο αισθητά υψηλότερο συγκριτικά με άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Αυτή η αυξημένη πίεση αναγκάζει πολλούς επαγγελματίες, ιδίως στους κοινωνικούς και απαιτητικούς κλάδους, να επιλέξουν αναγκαστικά τη μερική απασχόληση. Επιπρόσθετα, οι ανεπαρκείς κρατικές δομές διαδραματίζουν αρνητικό ρόλο. Τα σχολικά ιδρύματα διακόπτουν συχνά τη λειτουργία τους τα μεσημέρια, ενώ το κόστος για τη φύλαξη των παιδιών παραμένει δυσβάσταχτο. Έτσι, το ισχύον κοινωνικό σύστημα συνεχίζει να ευνοεί ένα παραδοσιακό μοντέλο όπου το ένα μέλος της οικογένειας περιορίζει υποχρεωτικά την επαγγελματική του παρουσία.