Ένα σοβαρό κενό στην ασφάλεια της διατροφικής αλυσίδας στην Ευρώπη φέρνει στο φως νέα έκθεση της μη κυβερνητικής οργάνωσης Foodwatch, προκαλώντας έντονη ανησυχία στους καταναλωτές.
Παρά τις αυστηρές απαγορεύσεις που ισχύουν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη χρήση επικίνδυνων φυτοφαρμάκων, οι τοξικές αυτές ουσίες καταλήγουν τελικά στα ράφια των σούπερ μάρκετ μέσω εισαγόμενων προϊόντων.
Η ανάλυση της οργάνωσης, η οποία βασίστηκε σε επίσημα δεδομένα παρακολούθησης της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) για το έτος 2023, αποκαλύπτει μια ανησυχητική πραγματικότητα: Σχεδόν ένα στα πέντε δείγματα τροφίμων που ελέγχθηκαν στην Αυστρία βρέθηκε θετικό σε φυτοφάρμακα που έχουν απαγορευτεί στην ΕΕ λόγω της επικινδυνότητάς τους για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον.
Τα «ένοχα» φρούτα και οι χώρες προέλευσης
Στο πλαίσιο των ελέγχων, η EFSA εξέτασε 907 δείγματα συμβατικών τροφίμων στην αυστριακή αγορά. Τα αποτελέσματα ήταν αποκαρδιωτικά για συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων, με τις μπανάνες, τα αχλάδια και το μακρύκοκκο ρύζι να καταγράφουν τα υψηλότερα ποσοστά επιβάρυνσης.
Πάνω από το 50% αυτών των προϊόντων περιείχαν τουλάχιστον μία δραστική ουσία που δεν διαθέτει έγκριση κυκλοφορίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ιδιαίτερα σοβαρή χαρακτηρίζεται η κατάσταση στις μπανάνες. Κάθε δείγμα που ελέγχθηκε περιείχε υπολείμματα φυτοφαρμάκων, ενώ το σοκαριστικό ποσοστό του 84% των δειγμάτων περιείχε ουσίες που έχουν ρητά απαγορευτεί στην ΕΕ.
Οι χώρες προέλευσης με τα συχνότερα ευρήματα απαγορευμένων ουσιών περιλαμβάνουν την Κόστα Ρίκα, την Κολομβία, το Πακιστάν, το Εκουαδόρ, την Κίνα και την Ινδία.
Ο κίνδυνος του «κοκτέιλ» χημικών
Ένα ακόμη ανησυχητικό στοιχείο που προκύπτει από την έκθεση είναι η ταυτόχρονη παρουσία πολλαπλών απαγορευμένων ουσιών στο ίδιο προϊόν.
Το φαινόμενο αυτό αυξάνει τον κίνδυνο για την υγεία λόγω του λεγόμενου «Cocktail-Effekt» (συνδυαστική επίδραση), καθώς η αλληλεπίδραση διαφορετικών χημικών στον οργανισμό μπορεί να έχει απρόβλεπτες συνέπειες.
Η Indra Kley-Schöneich, επικεφαλής της Foodwatch Αυστρίας, επεσήμανε τον κίνδυνο τονίζοντας πως «οι αρχές αξιολογούν τις ουσίες μεμονωμένα, ωστόσο αυτές καταναλώνονται συνδυαστικά».
Το παράδοξο του «τοξικού μπούμερανγκ»
Η οργάνωση καταγγέλλει το φαινόμενο ως «Pesticide Boomerang».
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ απαγορεύει τη χρήση συγκεκριμένων φυτοφαρμάκων στο έδαφός της για λόγους προστασίας της υγείας, επιτρέπει την παραγωγή και την εξαγωγή τους σε τρίτες χώρες.
Στη συνέχεια, εισάγει τρόφιμα από αυτές τις χώρες που έχουν καλλιεργηθεί με τη χρήση των ίδιων απαγορευμένων ουσιών.
Σύμφωνα με στοιχεία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων (ECHA), κατά τα έτη 2022 και 2023, η ουσία Bifenthrin – η οποία είναι απαγορευμένη στην ΕΕ – εξήχθη από την Αυστρία προς τη Λευκορωσία και την Ουκρανία.
Την ίδια στιγμή, η ευρωπαϊκή νομοθεσία επιτρέπει την εισαγωγή τροφίμων που φέρουν ίχνη της συγκεκριμένης ουσίας, καθώς τα ανώτατα επιτρεπτά όρια υπολειμμάτων παραμένουν υψηλότερα από το όριο ανίχνευσης.
Πολιτικές αντιδράσεις και αιτήματα
Η Foodwatch έχει ξεκινήσει εκστρατεία συλλογής υπογραφών, ζητώντας την απαγόρευση τόσο της παραγωγής όσο και της εξαγωγής φυτοφαρμάκων που δεν εγκρίνονται στην ΕΕ, καθώς και τη μείωση των επιτρεπτών ορίων υπολειμμάτων στο ελάχιστο ανιχνεύσιμο επίπεδο.
Παράλληλα, προειδοποιεί για τον κίνδυνο χαλάρωσης των κανονισμών μέσω νέων νομοθετικών ρυθμίσεων («EU-Omnibus»).
Το ζήτημα έχει προκαλέσει και πολιτική αντιπαράθεση. Η Olga Voglauer, εκπρόσωπος των Πρασίνων για θέματα γεωργίας, κατήγγειλε την πρακτική των «διπλών στάνταρ».
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, είναι απαράδεκτο η ΕΕ να γνωρίζει τους κινδύνους, να συνεχίζει την παραγωγή αυτών των ουσιών και τελικά να επιτρέπει την επιστροφή τους στο πιάτο των καταναλωτών μέσω εγκρίσεων για «ανοχές εισαγωγών».
Οι Πράσινοι έχουν ήδη καταθέσει σχετικό αίτημα στο αυστριακό κοινοβούλιο για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
