Γερμανία – Μειώθηκε το ανώτατο ποσό δαπανών που μπορεί να καλυφθεί στο πλαίσιο της κρατικής επιδότησης για την αντικατάσταση συστήματος θέρμανσης. Από τις 21 Ιουλίου 2026, το σχετικό όριο υποχώρησε από τις 30.000 στις 28.000 ευρώ, ενώ σχεδιάζονται νέες μειώσεις κατά 750 ευρώ κάθε έξι μήνες.
Η αλλαγή αφορά κυρίως ιδιοκτήτες κατοικιών που σχεδιάζουν να αντικαταστήσουν το υπάρχον σύστημα θέρμανσης και θέλουν να αξιοποιήσουν κρατική χρηματοδότηση.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Το ανώτατο επιλέξιμο κόστος μειώθηκε από 30.000 σε 28.000 ευρώ.
- Το όριο προβλέπεται να μειώνεται κατά ακόμη 750 ευρώ κάθε έξι μήνες.
- Από τις 29 Ιουλίου 2026 ισχύει νέο πλαίσιο που δίνει στους ιδιοκτήτες περισσότερες επιλογές ως προς το σύστημα θέρμανσης.
- Το κόστος κατοικίας παραμένει υψηλό για σημαντικό μέρος των νοικοκυριών στη Γερμανία.
Τι αλλάζει στην επιδότηση για νέα θέρμανση
Από τις 21 Ιουλίου 2026, το ανώτατο ποσό δαπανών που λαμβάνεται υπόψη για την επιδότηση μειώθηκε στις 28.000 ευρώ, από 30.000 ευρώ που ίσχυαν προηγουμένως.
Η μείωση των 2.000 ευρώ δεν σημαίνει ότι κάθε δικαιούχος θα λάβει αυτομάτως 2.000 ευρώ λιγότερα. Το ποσό αφορά το ανώτατο κόστος πάνω στο οποίο υπολογίζεται η χρηματοδότηση.
Το τελικό ύψος της επιδότησης εξαρτάται από το συνολικό κόστος της εγκατάστασης, το είδος του συστήματος και το ποσοστό ενίσχυσης που δικαιούται ο κάθε ιδιοκτήτης.
Παράλληλα, το όριο των 28.000 ευρώ δεν θα παραμείνει σταθερό. Προβλέπεται να μειώνεται κατά 750 ευρώ κάθε έξι μήνες, κάτι που σημαίνει ότι όσοι προγραμματίζουν την αντικατάσταση της θέρμανσής τους σε μεταγενέστερο χρόνο ενδέχεται να έχουν μικρότερο επιλέξιμο ποσό.
Οι προϋποθέσεις για ιδιώτες περιγράφονται αναλυτικά στο επίσημο πρόγραμμα 458 της KfW για την επιδότηση θέρμανσης σε κατοικίες.
Η αλλαγή του ανώτατου ποσού δεν σημαίνει ότι σταματά η κρατική χρηματοδότηση για την αντικατάσταση συστημάτων θέρμανσης. Περιορίζεται, όμως, το ύψος των δαπανών που μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά τον υπολογισμό της ενίσχυσης.
Περισσότερες επιλογές για τους ιδιοκτήτες
Οι αλλαγές στις επιδοτήσεις έρχονται παράλληλα με το νέο νομοθετικό πλαίσιο για τον εκσυγχρονισμό των κτιρίων (Gebäudemodernisierungsgesetz), οι βασικές ρυθμίσεις του οποίου ισχύουν από τις 29 Ιουλίου 2026.
Με το νέο πλαίσιο καταργείται η γενική απαίτηση σύμφωνα με την οποία τουλάχιστον το 65% της θερμότητας έπρεπε να προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Οι ιδιοκτήτες έχουν πλέον περισσότερες επιλογές για το σύστημα που θα εγκαταστήσουν. Εκτός από αντλίες θερμότητας και σύνδεση σε δίκτυα τηλεθέρμανσης, μπορούν να επιλέξουν και συστήματα αερίου ή πετρελαίου.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε σύστημα που επιτρέπεται να εγκατασταθεί δικαιούται και κρατική επιδότηση. Η χρηματοδότηση εξακολουθεί να αφορά συγκεκριμένες τεχνολογίες και συγκεκριμένες επιλέξιμες δαπάνες.
Το κόστος στέγασης εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά
Οι αλλαγές στις επιδοτήσεις έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος κατοικίας και ενέργειας εξακολουθεί να επιβαρύνει σημαντικά πολλά νοικοκυριά στη Γερμανία.
Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, οι ιδιώτες πλήρωσαν λιγότερα για φυσικό αέριο σε σχέση με το τέλος του 2025. Σε σύγκριση με προηγούμενα χρόνια, ωστόσο, οι τιμές παραμένουν σε υψηλά επίπεδα.
Το 2025, το 11,2% του πληθυσμού ζούσε σε νοικοκυριά που δαπανούσαν περισσότερο από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα έξοδα για ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο και θέρμανση.
Η επιβάρυνση ήταν ακόμη μεγαλύτερη για τα νοικοκυριά που βρίσκονταν σε κίνδυνο φτώχειας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το κόστος στέγασης απορροφούσε κατά μέσο όρο το 43,7% του διαθέσιμου εισοδήματος.
Για έναν ιδιοκτήτη που ήδη αντιμετωπίζει υψηλούς λογαριασμούς και αυξημένο κόστος ζωής, η ανάγκη αντικατάστασης ενός συστήματος θέρμανσης μπορεί επομένως να αποτελέσει σημαντική πρόσθετη δαπάνη. Η μείωση του ανώτατου επιλέξιμου ποσού κάνει ακόμη πιο σημαντικό τον έγκαιρο έλεγχο των όρων χρηματοδότησης πριν ξεκινήσει μια τέτοια επένδυση.