Γερμανία – Σε ένα απροσδόκητο θεσμικό αδιέξοδο έχει περιέλθει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, καθώς η εφαρμογή του αφορολόγητου επιδόματος ανακούφισης ύψους 1.000 ευρώ μπαίνει στον «πάγο».
Η φιλόδοξη πρωτοβουλία, η οποία σχεδιάστηκε για να προσφέρει οικονομική ανάσα στους εργαζομένους, συναντά την έντονη αντίσταση των ομοσπονδιακών κρατιδίων. Η ρίζα της διαφωνίας δεν εστιάζεται στην πρόθεση της ενίσχυσης, αλλά στον τεράστιο δημοσιονομικό αντίκτυπο που καλούνται να επωμιστούν οι τοπικές κοινωνίες και οι δήμοι. Η πολιτική αυτή εμπλοκή δημιουργεί ένα ντόμινο αντιδράσεων, αφήνοντας χιλιάδες νοικοκυριά σε αναμονή, ενώ παράλληλα δοκιμάζει τις αντοχές του κυβερνητικού συνασπισμού εν μέσω πιέσεων για ουσιαστικές φορολογικές μεταρρυθμίσεις.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Το αφορολόγητο μπόνους των 1.000 ευρώ μπλοκάρεται επίσημα από το Bundesrat.
- Τα κρατίδια εκτιμούν απώλειες εσόδων που αγγίζουν το ένα δισεκατομμύριο ευρώ.
- Οι δήμοι αντιμετωπίζουν πιθανή υστέρηση 700 εκατομμυρίων ευρώ στα ταμεία τους.
- Αναζητούνται εναλλακτικές λύσεις, όπως η αύξηση του Pendlerpauschale.
- Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις ενδέχεται να μην μπορούν να καλύψουν το κόστος της παροχής.
Το οικονομικό χάσμα για τα κρατίδια: Γιατί αντιδρούν οι δήμοι
Ο βασικός πυρήνας της διαφωνίας εντοπίζεται στην κατανομή του κόστους για την υλοποίηση του μέτρου. Οι τοπικές κυβερνήσεις αντιδρούν έντονα στο γεγονός ότι καλούνται να απορροφήσουν το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής επιβάρυνσης, παράλληλα με τους εργοδότες. Η εξίσωση είναι απλή αλλά καταστροφική για τα τοπικά ταμεία: όσο περισσότερες επιχειρήσεις προχωρούν στην καταβολή του μπόνους χωρίς την επιβολή φόρων και κρατήσεων, τόσο μειώνονται δραματικά τα φορολογικά έσοδα που καταλήγουν στα κρατίδια και τους δήμους. Σύμφωνα με επίσημους υπολογισμούς, η μαζική εφαρμογή της παροχής θα οδηγούσε σε συνολική απώλεια φορολογικών εσόδων που αγγίζει τα 2,8 δισεκατομμύρια ευρώ για τα επόμενα χρόνια.
Ειδικότερα, ο πολιτικός Andreas Dressel επισημαίνει ότι αυτό μεταφράζεται σε μείον ένα δισεκατομμύριο ευρώ για τα κρατίδια και σε επιπλέον απώλεια 700 εκατομμυρίων ευρώ για τους δήμους. Πρόκειται για ένα δυσβάσταχτο ποσό, ιδίως για τις πόλεις που ήδη παλεύουν με σφιχτούς προϋπολογισμούς και αυξημένες λειτουργικές δαπάνες. Οι εκπρόσωποι των κρατιδίων πρότειναν ως συμβιβαστική λύση την εναλλακτική χρηματοδότηση του σχεδίου ώστε να προστατευτούν οι δήμοι, ωστόσο η πρόταση αυτή δεν βρήκε την απαραίτητη ανταπόκριση στις διαπραγματεύσεις, οδηγώντας τελικά την υπόθεση ενώπιον της επιτροπής διαμεσολάβησης, γνωστής ως Vermittlungsausschuss.
Εναλλακτικά σενάρια ελαφρύνσεων: Η πίεση για ουσιαστική φορολογική μεταρρύθμιση
Πέρα από τις στενές δημοσιονομικές ανησυχίες, κορυφαίοι πολιτικοί παράγοντες αμφισβητούν την ίδια την αποτελεσματικότητα της εφάπαξ παροχής. Η Manuela Schwesig ανέφερε χαρακτηριστικά ότι το μέτρο κινδυνεύει να εξελιχθεί σε δώρο χωρίς αντίκρισμα για μεγάλο τμήμα του εργατικού δυναμικού. Το βασικό επιχείρημα είναι ότι πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν διαθέτουν την απαραίτητη ρευστότητα για να χρηματοδοτήσουν την πριμοδότηση, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται εργαζόμενοι δύο ταχυτήτων, όπου η πλειοψηφία θα μείνει τελικά εκτός της συγκεκριμένης ενίσχυσης και δεν θα λάβει ποτέ τα χρήματα.
Αντί για την προώθηση αποσπασματικών επιδομάτων, τίθεται επιτακτικά στο τραπέζι η ανάγκη για δομικές παρεμβάσεις από την πλευρά του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομικών. Στις προτάσεις που καταγράφονται περιλαμβάνεται η αύξηση της αποζημίωσης χιλιομετρικής απόστασης για τους εργαζομένους που μετακινούνται καθημερινά, καθώς και μια συνολική αναμόρφωση της κλίμακας του φόρου εισοδήματος. Η προσέγγιση αυτή στοχεύει στην οριζόντια φορολογική ελάφρυνση όλων των εισοδημάτων έως το όριο των 3.000 ευρώ, προσφέροντας μια πιο βιώσιμη και δίκαιη λύση για το σύνολο της κοινωνίας, έναντι μιας στοχευμένης αλλά αμφίβολης ενίσχυσης.
Το πολιτικό παρασκήνιο στο Βερολίνο: Η αντίδραση της αντιπολίτευσης
Η απόρριψη του σχεδίου από το ανώτατο νομοθετικό όργανο των κρατιδίων συνιστά ένα ηχηρό χτύπημα για τον κυβερνητικό συνασπισμό και προσωπικά για την ηγεσία της χώρας. Εκπρόσωποι της ομοσπονδιακής κυβέρνησης εκφράζουν ανοιχτά την απογοήτευσή τους για την εμπλοκή, υπογραμμίζοντας ωστόσο την πρόθεσή τους να επανεκκινήσουν τον κύκλο των συζητήσεων προκειμένου να βρεθεί κοινός τόπος. Την ίδια στιγμή, η απόφαση προκάλεσε την ανακούφιση αρκετών εργοδοτικών φορέων, οι οποίοι ανησυχούσαν για τις ισχυρές πιέσεις που θα δέχονταν από τα συνδικάτα για την άμεση καταβολή του ποσού σε μια περίοδο παρατεταμένης οικονομικής αβεβαιότητας.
Στον αντίποδα, η αντιπολίτευση στο Bundestag κάνει λόγο για πρωτοφανές κυβερνητικό φιάσκο, αναδεικνύοντας την αδυναμία της ομοσπονδιακής διοίκησης να εξασφαλίσει τη συναίνεση των τοπικών αρχών σε κρίσιμα νομοθετήματα. Παράλληλα, ορισμένοι επικεφαλής των κρατιδίων, όπως ο Winfried Kretschmann, επαναφέρουν στο προσκήνιο ριζοσπαστικές προτάσεις, όπως η επιβολή έκτακτου φόρου στα υπερκέρδη των εταιρειών πετρελαιοειδών και η εφαρμογή πλαφόν στις τιμές των καυσίμων. Ωστόσο, οι συγκεκριμένες προτάσεις δεν φαίνεται να συγκεντρώνουν την απαιτούμενη πλειοψηφία, διατηρώντας το σκηνικό της ενεργειακής και οικονομικής διαχείρισης σε καθεστώς απόλυτης ρευστότητας.