Γερμανία – Επενδύσεις περίπου 6 τρισ. ευρώ έως το 2045 θα χρειαστεί η Γερμανία για να επιτύχει τον νομοθετικά κατοχυρωμένο στόχο της κλιματικής ουδετερότητας, σύμφωνα με μελέτη του ερευνητικού ινστιτούτου Prognos για λογαριασμό της αναπτυξιακής τράπεζας KfW. Οι ανάγκες υπολογίζονται σε περίπου 290 δισ. ευρώ τον χρόνο, με το μεγαλύτερο βάρος να αναλογεί σε επιχειρήσεις και ιδιώτες και όχι στο κράτος.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Οι απαιτούμενες ετήσιες επενδύσεις για την κλιματική μετάβαση θα πρέπει να υπερδιπλασιαστούν σε σχέση με τα προηγούμενα επίπεδα.
- Μόλις το 12% του συνολικού επενδυτικού όγκου αναλογεί στον δημόσιο τομέα.
- Οι μεταφορές απορροφούν σχεδόν το μισό ποσό, με έμφαση στα οχήματα με πιο φιλικά προς το κλίμα συστήματα κίνησης.
- Σημαντικές ανάγκες εντοπίζονται επίσης στην ενέργεια, στα κτίρια και στις ενεργοβόρες βιομηχανίες.
Γιατί τα 6 τρισ. ευρώ δεν είναι όλα πρόσθετο κόστος
Το συνολικό ύψος των επενδύσεων δεν σημαίνει ότι ολόκληρο το ποσό θα προέκυπτε αποκλειστικά από την απόφαση για μεγαλύτερη προστασία του κλίματος. Ακόμη και αν η Γερμανία συνέχιζε να στηρίζεται στον άνθρακα, στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο, θα χρειαζόταν να αντικαθιστά οχήματα, εξοπλισμό, εγκαταστάσεις και άλλες υποδομές.
Η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία για την ανάγνωση της μελέτης. Το ένα μέγεθος αποτυπώνει τις συνολικές επενδύσεις που χρειάζονται για την κλιματική ουδετερότητα και το άλλο τις επιπλέον επενδύσεις που απαιτεί η αλλαγή τεχνολογίας σε σχέση με τη συνέχιση της χρήσης ορυκτών καυσίμων. Ο επικεφαλής της KfW, Stefan Wintels, υπογράμμισε ότι σημαντικές επενδύσεις θα απαιτούνταν ακόμη και χωρίς εγκατάλειψη των ορυκτών τεχνολογιών.
Ο στόχος για το 2045 προβλέπει η χώρα να μην εκπέμπει περισσότερα αέρια του θερμοκηπίου από όσα μπορούν να απορροφηθούν ή να αποθηκευτούν. Δεν αφορά μόνο την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά ευρύτερες αλλαγές στις μεταφορές, στην κατοικία και στη βιομηχανική παραγωγή.
Οι μεταφορές απορροφούν σχεδόν τις μισές επενδύσεις
Ο μεγαλύτερος επενδυτικός όγκος αφορά τις μεταφορές, οι οποίες αντιστοιχούν σχεδόν στο μισό του συνολικού ποσού. Βασικό στοιχείο είναι η αγορά επιβατικών αυτοκινήτων με λιγότερο επιβαρυντικά για το κλίμα συστήματα κίνησης, κυρίως η μετάβαση σε ηλεκτρικά οχήματα.
Ωστόσο, η ανανέωση του στόλου αυτοκινήτων θα συνεχιζόταν ούτως ή άλλως. Επιπλέον, σύμφωνα με τη μελέτη, η διαφορά τιμής ανάμεσα στα ηλεκτρικά οχήματα και σε εκείνα με κινητήρες εσωτερικής καύσης περιορίζεται. Έτσι, οι επιπλέον επενδύσεις στον τομέα των μεταφορών εκτιμάται ότι αυξάνονται λιγότερο από το ένα πέμπτο σε σχέση με ένα σενάριο χωρίς την ίδια κλιματική μετάβαση.
Ενέργεια και κατοικίες: Πού χρειάζονται μεγαλύτερες αλλαγές
Περίπου το ένα τέταρτο των συνολικών επενδύσεων κατευθύνεται στον ενεργειακό τομέα. Η μεγαλύτερη συμμετοχή της αιολικής και της ηλιακής ενέργειας προϋποθέτει αλλαγές στην παραγωγή και στη μεταφορά του ηλεκτρισμού, με ιδιαίτερη βαρύτητα στα ηλεκτρικά δίκτυα. Σε αυτόν τον τομέα προβλέπεται σημαντικός ρόλος και για τις δημόσιες επενδύσεις.
Τα κτίρια συγκεντρώνουν περίπου το ένα πέμπτο των αναγκών, με επίκεντρο τις κατοικίες. Εδώ εντοπίζονται, σύμφωνα με την ανάλυση, ιδιαίτερα υψηλές πρόσθετες επενδύσεις: εργασίες και παρεμβάσεις οι οποίες συνδέονται ειδικά με την ενεργειακή και κλιματική αναβάθμιση των κτιρίων, αντί με τη συνήθη συντήρησή τους.
Πίεση στις ενεργοβόρες επιχειρήσεις
Η βιομηχανία αντιστοιχεί σε λιγότερο από το ένα δέκατο των επενδύσεων, αλλά η επιβάρυνση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Συγκεντρώνεται σε σχετικά μικρό αριθμό επιχειρήσεων με μεγάλη κατανάλωση ενέργειας, οι οποίες ενδέχεται να χρειαστεί να αλλάξουν βασικές παραγωγικές διαδικασίες ή να προχωρήσουν σε ακριβές νέες εγκαταστάσεις.
Για τις επιχειρήσεις αυτές η μετάβαση μπορεί να συμπέσει με αυξημένο λειτουργικό κόστος και έντονο διεθνή ανταγωνισμό. Δεν είναι πάντοτε δυνατό να μετακυλίσουν όλες τις αυξήσεις των δαπανών στις τιμές των προϊόντων τους, στοιχείο που δημιουργεί πρόσθετη πίεση στη χρηματοδότηση των επενδύσεων.
Η KfW επισημαίνει και την άλλη πλευρά της οικονομικής εξίσωσης: ο περιορισμός των εισαγωγών ορυκτών καυσίμων μπορεί να μειώσει μελλοντικές δαπάνες και ενεργειακές εξαρτήσεις. Παράλληλα, οι κλιματικές ζημιές έχουν ήδη οικονομικό βάρος. Οι υλικές απώλειες από ακραία καιρικά φαινόμενα στη Γερμανία κατά την τελευταία πενταετία εκτιμώνται από την αναπτυξιακή τράπεζα σε περισσότερα από 50 δισ. ευρώ.