Γερμανία – Σημαντικές αλλαγές στο ιδιοκτησιακό καθεστώς και τις υποχρεώσεις των ιδιοκτητών ακινήτων δρομολογεί η αναθεωρημένη ευρωπαϊκή οδηγία για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων (EPBD), η οποία επιβάλλει νέα δεδομένα στην έκδοση και διαχείριση των ενεργειακών πιστοποιητικών. Οι νέοι κανονισμοί, που προέρχονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, επηρεάζουν άμεσα εκατομμύρια ιδιοκτήτες κατοικιών στη γερμανική επικράτεια, καθιερώνοντας αυστηρότερα πρότυπα και νέες διαδικασίες πιστοποίησης. Τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, καλούνται να ενσωματώσουν τις νέες διατάξεις στο εθνικό τους δίκαιο το αργότερο έως τις 29 Μαΐου 2026, ημερομηνία που σηματοδοτεί και τη λήξη ισχύος για παλαιότερες μορφές πιστοποίησης.
Το ενεργειακό πιστοποιητικό (Energieausweis) αποτελεί ήδη ένα κρίσιμο έγγραφο που αποτυπώνει το ενεργειακό προφίλ ενός κτιρίου, παρέχοντας σε πιθανούς αγοραστές ή ενοικιαστές μια σαφή εικόνα για το αναμενόμενο κόστος κατανάλωσης ενέργειας. Το έγγραφο αυτό, το οποίο έχει κατά κανόνα δεκαετή ισχύ και δεν επιδέχεται παράταση, καθίσταται πλέον ακόμα πιο σημαντικό υπό το πρίσμα των νέων ρυθμίσεων. Σε περιπτώσεις νέας κατασκευής, ριζικής ανακαίνισης, πώλησης ή νέας μίσθωσης, η ύπαρξη έγκυρου πιστοποιητικού είναι υποχρεωτική, με τους ιδιοκτήτες να φέρουν την αποκλειστική ευθύνη για την έκδοση και την ορθότητά του.
Αλλαγή κλίμακας και κεντρική ψηφιακή καταγραφή
Μία από τις βασικότερες αλλαγές που εισάγει η νέα οδηγία αφορά την αναμόρφωση της κλίμακας αξιολόγησης της ενεργειακής απόδοσης. Μέχρι σήμερα, τα πιστοποιητικά στη Γερμανία κατέτασσαν τα ακίνητα σε μια κλίμακα από το Α έως το Η. Αυτό το σύστημα πρόκειται να καταργηθεί σταδιακά, καθώς τα πιστοποιητικά που βασίζονται στην παλαιά κλίμακα θα χάσουν την ισχύ τους στα τέλη Μαΐου του 2026. Στη θέση του παλαιού συστήματος εισάγεται μια νέα, εναρμονισμένη κλίμακα από το Α έως το G, όπου το Α αντιπροσωπεύει την ύψιστη ενεργειακή απόδοση και το G τη χαμηλότερη δυνατή βαθμίδα, ευθυγραμμίζοντας τα γερμανικά πρότυπα με τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις.
Παράλληλα με την αλλαγή της κλίμακας, η Ευρωπαϊκή Ένωση προωθεί τη διαφάνεια και την προσβασιμότητα των δεδομένων μέσω της δημιουργίας κεντρικών ψηφιακών μητρώων. Στο εξής, όλα τα ενεργειακά πιστοποιητικά θα πρέπει να αποθηκεύονται σε μια κεντρική βάση δεδομένων, επιτρέποντας την άμεση πρόσβαση σε αρμόδιες αρχές, υποψήφιους αγοραστές και φορείς χρηματοδότησης ή επιδοτήσεων. Επιπροσθέτως, το νέο έγγραφο δεν θα περιορίζεται απλώς στην καταγραφή της υφιστάμενης κατάστασης, αλλά θα περιλαμβάνει υποχρεωτικά και συγκεκριμένες συστάσεις για μέτρα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, με στόχο τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας στα κτίρια.
Κόστος έκδοσης και κίνδυνος υψηλών προστίμων
Η συμμόρφωση με τους νέους κανόνες συνεπάγεται οικονομική επιβάρυνση για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, οι οποίοι καλούνται να καλύψουν εξ ολοκλήρου το κόστος έκδοσης του νέου πιστοποιητικού. Ανάλογα με τον τύπο του πιστοποιητικού και το μέγεθος του κτιρίου, η δαπάνη κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 100 και 500 ευρώ. Αν και η έκδοση του εγγράφου δεν είναι υποχρεωτική για όσους ιδιοκτήτες κατοικούν οι ίδιοι στα ακίνητά τους και δεν προβαίνουν σε καμία συναλλαγή, καθίσταται μονόδρομος για κάθε πράξη αγοραπωλησίας ή μίσθωσης.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στο σκέλος των κυρώσεων, καθώς η νομοθεσία προβλέπει αυστηρά μέτρα για τους παραβάτες. Εάν ένας ιδιοκτήτης, κατά την πώληση ή την ενοικίαση του ακινήτου του, δεν είναι σε θέση να παρουσιάσει ένα έγκυρο, πλήρες και χωρίς σφάλματα ενεργειακό πιστοποιητικό, η πράξη αυτή θεωρείται διοικητική παράβαση (Ordnungswidrigkeit). Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι αρχές έχουν τη δυνατότητα να επιβάλουν πρόστιμα που μπορούν να φτάσουν έως και τις 10.000 ευρώ, καθιστώντας την έγκαιρη και ορθή έκδοση του εγγράφου επιβεβλημένη για την αποφυγή σοβαρών οικονομικών συνεπειών.
