Σε μια ανησυχητική παραδοχή για την έκταση της βίας στη γερμανική κοινωνία προχώρησαν οι ομοσπονδιακές αρχές, φέρνοντας στο φως στοιχεία που καταδεικνύουν ότι τα επίσημα αστυνομικά δελτία αποτελούν απλώς την κορυφή του παγόβουνου.
Σύμφωνα με τα ευρήματα μιας ευρείας κλίμακας έρευνας, το συντριπτικό ποσοστό των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας δεν φτάνει ποτέ στις αρχές, δημιουργώντας ένα τεράστιο «σκοτεινό πεδίο» εγκληματικότητας που παραμένει ατιμώρητο.
Η Ομοσπονδιακή Υπουργός Δικαιοσύνης, Stefanie Hubig, χαρακτήρισε την κατάσταση ως ένα «τεράστιο πρόβλημα», υπογραμμίζοντας ότι η βία – είτε σωματική, είτε ψυχολογική, είτε σεξουαλική – έχει διεισδύσει βαθιά στην καθημερινότητα των πολιτών.
Η μελέτη, η οποία εκπονήθηκε με τη συνεργασία του Υπουργείου Οικογενειακών Υποθέσεων, του Υπουργείου Εσωτερικών και της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας της Αστυνομίας κατά του Εγκλήματος (BKA), αποτελεί την πρώτη σοβαρή προσπάθεια καταγραφής των μη καταγγελλόμενων περιστατικών εδώ και δύο δεκαετίες.
Ο «σκοτεινός αριθμός» και η πραγματική εικόνα
Το πλέον σοκαριστικό στοιχείο που προκύπτει από την έρευνα αφορά το ποσοστό των περιστατικών που δεν καταγγέλλονται ποτέ στην αστυνομία.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι το 95% των περιπτώσεων ενδοοικογενειακής βίας παραμένει στη σκιά, καθώς τα θύματα επιλέγουν τη σιωπή λόγω φόβου, ντροπής ή έλλειψης εμπιστοσύνης στο σύστημα.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η επίσημη εικόνα που έχουν οι αρχές για την εγκληματικότητα εντός των τειχών είναι ελάχιστη σε σχέση με την πραγματικότητα.
Η μελέτη δεν περιορίστηκε μόνο στη σωματική βία, αλλά εξέτασε ένα ευρύ φάσμα κακοποιητικών συμπεριφορών, συμπεριλαμβανομένης της ψυχολογικής πίεσης, της σεξουαλικής παρενόχλησης και της ψηφιακής βίας.
Για πρώτη φορά, το δείγμα της έρευνας ήταν πλήρως αντιπροσωπευτικό, συμπεριλαμβάνοντας και άνδρες, γεγονός που επέτρεψε μια πιο ολοκληρωμένη συγκριτική ανάλυση των δεδομένων.
Ανησυχητικά ποσοστά σε άνδρες και γυναίκες
Τα στατιστικά στοιχεία αποκαλύπτουν ότι η ψυχολογική βία αποτελεί μια εξαιρετικά διαδεδομένη εμπειρία στις διαπροσωπικές σχέσεις. Συγκεκριμένα, το 48% των γυναικών και το 40% των ανδρών δήλωσαν ότι έχουν βιώσει ψυχολογική βία σε σχέση τουλάχιστον μία φορά κατά τη διάρκεια της ζωής τους.
Παράλληλα, το 16% του συνόλου των ερωτηθέντων ανέφερε ότι έχει πέσει θύμα σωματικής βίας, ποσοστό που εξειδικεύεται σε 18% για τις γυναίκες και 14% για τους άνδρες.
Σημαντικές αποκλίσεις καταγράφονται στον τομέα της σεξουαλικής βίας και παρενόχλησης. Το 17,8% των γυναικών έχει δεχθεί σεξουαλική επίθεση, έναντι του 4,8% των ανδρών.
Ακόμη πιο υψηλά είναι τα ποσοστά σεξουαλικής παρενόχλησης, με το 56,7% των γυναικών και το 23,5% των ανδρών να δηλώνουν ότι έχουν βιώσει ανάλογες εμπειρίες.
Η υπουργός Stefanie Hubig επεσήμανε ότι, αν και η βία αγγίζει και τα δύο φύλα, οι γυναίκες επηρεάζονται σημαντικά συχνότερα και βιώνουν περιστατικά μεγαλύτερης σοβαρότητας και έντασης.
Ευάλωτες ομάδες και πολλαπλή θυματοποίηση
Η έρευνα ανέδειξε επίσης το φαινόμενο της πολλαπλής θυματοποίησης, καθώς το 25% των ατόμων που υφίστανται βία σε ένα πλαίσιο, τείνουν να βιώνουν βία και υπό άλλες συνθήκες.
Ιδιαίτερα επιβαρυμένη εμφανίζεται η θέση συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, όπως τα άτομα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας και οι μετανάστες. Ειδικότερα, οι γυναίκες με μεταναστευτικό υπόβαθρο αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο, ενώ επιβεβαιώνεται ότι η βία κατά των γυναικών – τόσο σωματική όσο και σεξουαλική – έχει στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων ως δράστη άνδρα.
Όπως διευκρίνισαν οι συντάκτες της έκθεσης, η ποιοτική διαφορά μεταξύ των φύλων εντοπίζεται στην ένταση της εμπειρίας.
Οι γυναίκες αναφέρουν συχνότερα ότι αισθάνονται έντονο φόβο και υφίστανται σοβαρότερους τραυματισμούς σε σύγκριση με τους άνδρες θύματα, γεγονός που αναδεικνύει την έμφυλη διάσταση της βαριάς εγκληματικότητας.
Θεσμική αντίδραση και αιτήματα για μέτρα
Η δημοσιοποίηση των στοιχείων προκάλεσε την άμεση αντίδραση οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Η επικεφαλής της οργάνωσης «Terre des Femmes», Gesa Birkmann, μιλώντας στο δίκτυο ARD, τόνισε ότι περίμενε αυτά τα δεδομένα εδώ και πάνω από 20 χρόνια, καθώς η τελευταία αντίστοιχη έρευνα χρονολογείται από το 2004.
Η ίδια έκανε λόγο για μακροχρόνια έλλειψη πολιτικής βούλησης και ζήτησε τα στοιχεία να μετατραπούν σε μοχλό πίεσης για τη λήψη ουσιαστικών μέτρων, όπως η υποχρεωτική εκπαίδευση ευαισθητοποίησης σε σχολεία και χώρους εργασίας.
Από την πλευρά της κυβέρνησης, η Stefanie Hubig δεσμεύτηκε για νομοθετικές παρεμβάσεις με στόχο το κλείσιμο των κενών στο ποινικό δίκαιο, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη λεκτική σεξουαλική παρενόχληση και τις νέες μορφές ψηφιακής βίας.
Στο τραπέζι βρίσκεται ήδη σχέδιο αλλαγών στον Νόμο περί Προστασίας από τη Βία, το οποίο προβλέπει αυστηρότερα μέτρα επιτήρησης.
Μεταξύ αυτών, εξετάζεται η υποχρέωση των δραστών ενδοοικογενειακής βίας να φορούν ηλεκτρονικό «βραχιολάκι» εντοπισμού, καθώς και η υποχρεωτική παρακολούθηση προγραμμάτων διαχείρισης θυμού και καταπολέμησης της βίαιης συμπεριφοράς.
