Ελβετία – Σήμα κινδύνου εκπέμπουν τα νέα επιστημονικά δεδομένα σχετικά με την ποιότητα του υπεδάφους σε ολόκληρη τη χώρα, καθώς επιβεβαιώνεται η σχεδόν καθολική παρουσία των αποκαλούμενων «παντοτινών χημικών».
Η εκτεταμένη ανάλυση χιλίων εβδομήντα διαφορετικών δειγμάτων εδάφους καταδεικνύει ότι οι συγκεκριμένες συνθετικές ουσίες έχουν διεισδύσει στο ενενήντα εννέα τοις εκατό των εδαφικών εκτάσεων που εξετάστηκαν.
Πρόκειται για μια εξέλιξη που επηρεάζει άμεσα την ποιότητα ζωής των κατοίκων, δεδομένου ότι αυτές οι χημικές ενώσεις ενδέχεται να καταλήξουν στην τροφική αλυσίδα και τον υδροφόρο ορίζοντα.
Τα πολυφθοριωμένα αλκυλικά άλατα, ευρύτερα γνωστά ως PFAS, αποτελούν μια κατηγορία χιλιάδων βιομηχανικών ουσιών που χρησιμοποιούνται ευρέως εδώ και δεκαετίες για την παραγωγή καθημερινών αγαθών, όπως αντικολλητικές συσκευασίες τροφίμων και αδιάβροχα υφάσματα.
Το βασικό τους χαρακτηριστικό είναι η εξαιρετική ανθεκτικότητά τους στο νερό, τα λίπη και τους ρύπους, γεγονός όμως που τα καθιστά πρακτικά αδιάσπαστα στο φυσικό περιβάλλον, επιτρέποντας τη διαρκή συσσώρευσή τους στους ζωντανούς οργανισμούς.
Τα επίκεντρα της μόλυνσης και οι κύριες αιτίες
Η εκτενής χαρτογράφηση της ρύπανσης πραγματοποιήθηκε κατόπιν εντολής της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Περιβάλλοντος (BAFU), με τη σύμπραξη ερευνητών από το πανεπιστήμιο ZHAW και το πολυτεχνείο ETH Zürich.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι υψηλότερες συγκεντρώσεις των τοξικών ουσιών δεν κατανέμονται ομοιόμορφα, αλλά εντοπίζονται σε συγκεκριμένες περιοχές υψηλού κινδύνου.
Πρόκειται κυρίως για εκτάσεις όπου κατά το παρελθόν έγινε εκτεταμένη χρήση πυροσβεστικού αφρού ή εφαρμόστηκε βιομηχανική λάσπη καθαρισμού.
Σε αυτές τις ζώνες, η επιβάρυνση του εδάφους υπερβαίνει κατά πολύ τον εθνικό μέσο όρο, δημιουργώντας εστίες έντονης τοξικότητας που χρήζουν περαιτέρω παρακολούθησης από τις αρμόδιες αρχές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατακόρυφη αύξηση της μέσης τιμής των χημικών στοιχείων, η οποία υπολογίζεται πλέον στα δύο κόμμα τέσσερα μικρογραμμάρια ανά κιλό χώματος.
Το νούμερο αυτό είναι αισθητά υψηλότερο από το ένα κόμμα τέσσερα μικρογραμμάρια που είχε καταγραφεί σε αντίστοιχη μελέτη του 2022.
Η διαφοροποίηση αυτή δεν αποδίδεται απαραίτητα σε μια ξαφνική ραγδαία μόλυνση, αλλά σε αλλαγή της μεθοδολογίας.
Η προηγούμενη έρευνα είχε επικεντρωθεί αποκλειστικά στη βασική περιβαλλοντική επιβάρυνση, ενώ η τρέχουσα ενσωματώνει επιπλέον στοιχεία από στοχευμένους ελέγχους των κρατιδιακών αρχών σε αστικές περιοχές και σημεία υψηλής υποψίας για ρύπανση, προσφέροντας μια πολύ πιο ρεαλιστική αποτύπωση της κρίσης.
Η στάση των ειδικών απέναντι στα ανησυχητικά ευρήματα
Οι επιστήμονες που συμμετείχαν στην αξιολόγηση των δεδομένων κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες.
Ο ειδικός ερευνητής του ινστιτούτου ZHAW, Basilius Thalmann, μεταφέροντας το κλίμα που επικρατεί στην ακαδημαϊκή κοινότητα, ξεκαθάρισε ότι τα αποτελέσματα χαρακτηρίζονται άκρως ανησυχητικά για την ισορροπία του οικοσυστήματος.
Παράλληλα, εξήγησε πως η τεράστια εξάπλωση των χημικών δεν αποτέλεσε έκπληξη για τις ερευνητικές ομάδες, δεδομένης της ευρείας βιομηχανικής χρήσης τους τα προηγούμενα χρόνια.
Η συγκεκριμένη μελέτη αναγνωρίζεται πλέον ως ένα κομβικό σημείο για την κατανόηση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος στην επικράτεια.
Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι τα νέα στοιχεία διευρύνουν σημαντικά τη βάση γνώσεων των θεσμικών φορέων σχετικά με την κατάσταση του υπεδάφους.
Καθώς αυτές οι ουσίες συσσωρεύονται σταδιακά χωρίς να διασπώνται φυσικά, η πολιτεία καλείται πλέον να σχεδιάσει στοχευμένες παρεμβάσεις για την προστασία της βιοποικιλότητας και τη διασφάλιση της ποιότητας των φυσικών πόρων από αυτή την αόρατη, αλλά διαρκή απειλή.