Ελβετία – Σε καθεστώς στασιμότητας παραμένει η θέση των γυναικών στην ελβετική αγορά εργασίας, καθώς οι πρόσφατες μετρήσεις καταδεικνύουν πως τα δομικά προβλήματα της ανισότητας καλά κρατούν, παρά τις συζητήσεις των τελευταίων ετών.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του διεθνούς δείκτη Women in Work Index 2026, ο οποίος δημοσιεύθηκε επίσημα τη Δευτέρα από μεγάλη εταιρεία οικονομικών αναλύσεων και ερευνών, η χώρα δεν καταφέρνει να κάνει το απαραίτητο, ουσιαστικό άλμα προόδου προς την ισορροπία.
Αν και η συνολική αξιολόγηση, η οποία βασίζεται σε λεπτομερή και επίσημα δεδομένα της αγοράς εργασίας για το ημερολογιακό έτος 2024, παρέμεινε απολύτως αμετάβλητη στους 68,7 βαθμούς σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά, η Ελβετία κατάφερε να ανέβει μόλις μία θέση, καταλαμβάνοντας την 20ή θέση στη γενική κατάταξη.
Το παράδοξο της ελβετικής πραγματικότητας, που απασχολεί έντονα τους οικονομικούς κύκλους, έγκειται στο γεγονός ότι, ενώ η συνολική συμμετοχή του γυναικείου πληθυσμού στο ενεργό εργατικό δυναμικό παρουσιάζει μια μικρή, αλλά σταθερή αυξητική τάση, η ψαλίδα των αμοιβών μεταξύ των δύο φύλων όχι μόνο δεν κλείνει, αλλά αντίθετα διευρύνεται περαιτέρω.
Η μισθολογική αυτή απόκλιση, η οποία έχει πλέον διαμορφωθεί στο 17,4%, θεωρείται από τους ειδικούς ιδιαίτερα υψηλή και διατηρεί τη χώρα σε σαφώς δυσμενή θέση σε σχέση με τους ευρωπαϊκούς και παγκόσμιους μέσους όρους.
Την ίδια στιγμή, η ευρύτερη εικόνα δείχνει πως η πρόκληση της ενσωμάτωσης των επαγγελματιών γυναικών σε θέσεις πλήρους ευθύνης και αντίστοιχων οικονομικών απολαβών αποτελεί ένα εξαιρετικά σύνθετο ζήτημα που απαιτεί βαθιές θεσμικές, κοινωνικές και εταιρικές τομές προκειμένου να αντιμετωπιστεί στη ρίζα του.
Η άνοδος της απασχόλησης και η παγίδα του μειωμένου ωραρίου
Αναλύοντας τα επιμέρους στατιστικά στοιχεία της έκθεσης, διαπιστώνεται μια σαφής και ανησυχητική μετατόπιση προς τις πιο ελαστικές μορφές απασχόλησης.
Η συνολική συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας κατέγραψε ελαφριά άνοδο, αγγίζοντας το 80,8% έναντι 80,4% που είχε σημειωθεί κατά το αμέσως προηγούμενο έτος.
Ωστόσο, η φαινομενικά θετική αυτή εξέλιξη αντισταθμίζεται πλήρως από την απότομη υποχώρηση των ποσοστών πλήρους απασχόλησης.
Ειδικότερα, το ποσοστό των εργαζόμενων γυναικών που απασχολούνται με σταθερό καθεστώς πλήρους ωραρίου μειώθηκε από το 60,7% στο 59,2%.
Αυτή ακριβώς η υποχώρηση είναι που τροφοδοτεί άμεσα και ενισχύει την αύξηση του μισθολογικού χάσματος, εγκλωβίζοντας πρακτικά ένα πολύ μεγάλο τμήμα του γυναικείου πληθυσμού σε χαμηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια.
Η δυσανάλογη κατανομή του διαθέσιμου χρόνου εργασίας αναδεικνύει τις βαθύτερες αδυναμίες του εθνικού συστήματος υποστήριξης των εργαζομένων.
Οι εκτιμήσεις των ερευνητών γύρω από τις αιτίες
Στο πλαίσιο των γενικότερων συμπερασμάτων της έρευνας, οι οικονομικοί αναλυτές διαπιστώνουν ότι, παρά τη σταθερότητα ορισμένων γενικών δεικτών, η χώρα έχει μπροστά της σημαντικό δομικό έδαφος να καλύψει.
Όπως υπογραμμίζεται χαρακτηριστικά από τους συντάκτες, τα εξαιρετικά υψηλά ποσοστά μερικής απασχόλησης, σε άμεσο συνδυασμό με τις σοβαρές ελλείψεις που καταγράφονται στις δομές φροντίδας παιδιών και την αναπόφευκτη ανάληψη βαρών περίθαλψης από τις ίδιες τις γυναίκες, λειτουργούν ως ισχυρό φρένο στην επίτευξη της πλήρους μισθολογικής ισότητας.
Παράλληλα, εκτιμάται επισήμως πως ο επιχειρηματικός κόσμος θα μπορούσε να ενισχύσει πολύ πιο στοχευμένα το γυναικείο εξειδικευμένο δυναμικό, εφαρμόζοντας στην πράξη πιο ευέλικτα μοντέλα εργασίας και προωθώντας ενεργά την ουσιαστική εναρμόνιση μεταξύ της απαιτητικής οικογενειακής και της επαγγελματικής ζωής.
Ο διεθνής χάρτης της ισότητας και η θέση των χωρών του ΟΟΣΑ
Σε διεθνές επίπεδο, εξετάζοντας αναλυτικά τα δεδομένα από τις 33 συνολικά χώρες-μέλη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), η γενική εικόνα αποπνέει επίσης μια έντονη αίσθηση στασιμότητας όσον αφορά την ευρύτερη πρόοδο των δικαιωμάτων.
Παρά ταύτα, στον πλέον κρίσιμο τομέα της μισθολογικής ανισότητας παρατηρείται επιτέλους μια συγκρατημένη, αλλά υπαρκτή θετική τάση. Συγκεκριμένα, το μέσο μισθολογικό χάσμα σε συνολικό επίπεδο ΟΟΣΑ συρρικνώθηκε ελαφρώς κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες, διαμορφούμενο στο 12,4%.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη καθιστά απολύτως σαφές ότι η Ελβετία, με το δικό της ανησυχητικό 17,4%, εξακολουθεί να βρίσκεται αισθητά υψηλότερα από τον διεθνή μέσο όρο, υστερώντας σημαντικά στην προσπάθεια για δίκαιη εξισορρόπηση των αμοιβών μεταξύ των φύλων στο εργασιακό περιβάλλον.
Στην απόλυτη κορυφή του σχετικού δείκτη ισότητας φιγουράρει για άλλη μια φορά η Ισλανδία, ακολουθούμενη πολύ στενά από το Λουξεμβούργο, τη Νέα Ζηλανδία, τη Σλοβενία και τη Σουηδία.
Τα συγκεκριμένα κράτη ξεχωρίζουν διεθνώς, καθώς καταφέρνουν συστηματικά να συνδυάσουν με μεγάλη επιτυχία τα υψηλά ποσοστά εργασιακής ενσωμάτωσης με περιβάλλοντα ιδιαιτέρως φιλικά προς την οικογένεια και άρτια οργανωμένα δίκτυα παιδικής μέριμνας.
Στον αντίποδα, σύμφωνα με τη μελέτη, στις τελευταίες θέσεις της παγκόσμιας κατάταξης βρίσκονται το Μεξικό, η Νότια Κορέα, η Χιλή, η Ιταλία και η Ελλάδα.
Αξίζει να σημειωθεί, ολοκληρώνοντας, ότι ο συγκεκριμένος διεθνής μηχανισμός αξιολόγησης Women in Work Index αποτυπώνει συστηματικά, ήδη από το έτος 2011, την πορεία της ισότητας στην αγορά εργασίας των αναπτυγμένων χωρών, αντλώντας αξιόπιστα δεδομένα μέσα από πέντε προκαθορισμένους, αυστηρούς δείκτες απόδοσης.