Ελβετία – Η διαρκής αύξηση του κόστους διαβίωσης αποτελεί πλέον κεντρικό ζήτημα για τα νοικοκυριά στην Ελβετία, καθώς ολοένα και περισσότεροι πολίτες διαπιστώνουν ότι το διαθέσιμο εισόδημά τους εξαντλείται ταχύτερα στο τέλος κάθε μήνα.
Οι λογαριασμοί ρεύματος και θέρμανσης, σε συνδυασμό με τις συνεχείς ανατιμήσεις στα ράφια των σούπερ μάρκετ, έχουν δημιουργήσει ένα ασφυκτικό οικονομικό περιβάλλον.
Το φαινόμενο αυτό έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη για προσεκτικό σχεδιασμό του μηνιαίου προϋπολογισμού, ώστε να αποφεύγονται οι υπερβάσεις στα καθημερινά έξοδα.
Ο όρος “κόστος διαβίωσης” αναφέρεται πρακτικά στο σύνολο των ιδιωτικών καταναλωτικών δαπανών που απαιτούνται για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών ενός νοικοκυριού.
Στη λίστα αυτών των εξόδων περιλαμβάνονται τα ενοίκια, οι δόσεις στεγαστικών δανείων, η αγορά τροφίμων, οι λογαριασμοί τηλεπικοινωνιών, καθώς και οι δαπάνες για χόμπι και αθλητικές δραστηριότητες.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι πληρωμές όπως τα ασφάλιστρα (π.χ. ασφάλεια αστικής ευθύνης) και οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης δεν προσμετρώνται αυστηρά στο κόστος διαβίωσης, ωστόσο αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του μηνιαίου οικονομικού προγραμματισμού κάθε πολίτη.
Η ακτινογραφία των εξόδων και οι διαφορές ανάλογα με το νοικοκυριό
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας (Bundesamt für Statistik) για το έτος 2023, οι μέσες μηνιαίες δαπάνες των ιδιωτικών νοικοκυριών στην Ελβετία ανέρχονται σε λίγο περισσότερα από 5.000 φράγκα, διαμορφώνοντας έναν ετήσιο προϋπολογισμό της τάξης των 60.000 φράγκων.
Η μερίδα του λέοντος, περίπου το 29% (1.449 CHF), κατευθύνεται στα πάγια έξοδα στέγασης, ενέργειας και θέρμανσης.
Ακολουθούν οι δαπάνες για μεταφορές με ποσοστό σχεδόν 15% (744 CHF) και η αγορά τροφίμων και μη αλκοολούχων ποτών, η οποία απορροφά περίπου το 13% (638 CHF) του μηνιαίου εισοδήματος. Αξιοσημείωτα είναι επίσης τα ποσά που δαπανώνται σε εστιατόρια (11,05%) και για δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου (9,67%).
Η σύνθεση του νοικοκυριού αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα για τη διαμόρφωση του συνολικού κόστους.
Όπως προκύπτει από τα στατιστικά δεδομένα του 2021, ένα άτομο που ζει μόνο του (κάτω των 65 ετών) χρειάζεται κατά μέσο όρο 3.350 φράγκα μηνιαίως.
Το ποσό αυτό μειώνεται στα 2.844 φράγκα για τους μοναχικούς συνταξιούχους (άνω των 65 ετών).
Αντίθετα, οι οικονομικές απαιτήσεις εκτοξεύονται για τις οικογένειες, με τα ζευγάρια κάτω των 65 ετών να δαπανούν 5.540 φράγκα, τις μονογονεϊκές οικογένειες 4.729 φράγκα και τα ζευγάρια με παιδιά να αγγίζουν κατά μέσο όρο τα 6.399 φράγκα μηνιαίως, επιβεβαιώνοντας ότι το μέγεθος της οικογένειας πολλαπλασιάζει γεωμετρικά τις οικονομικές υποχρεώσεις.
Το χάσμα των πόλεων και η ευρωπαϊκή πρωτιά στην ακρίβεια
Η γεωγραφική τοποθεσία εντός της χώρας διαδραματίζει επίσης κρίσιμο ρόλο, με τις μεγαλουπόλεις να παρουσιάζουν τεράστιες αποκλίσεις, κυρίως στον τομέα της στέγασης.
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων Numbeo, το μέσο ενοίκιο για ένα διαμέρισμα τριών δωματίων στο κέντρο μιας μεγάλης πόλης αγγίζει τα 2.970 φράγκα.
Αναλύοντας τα κόστη για διαμερίσματα ενός δωματίου στο κέντρο, η Ζυρίχη αναδεικνύεται ως η πιο ακριβή επιλογή (2.203 CHF), ακολουθούμενη από τη Γενεύη (2.143 CHF).
Αντίθετα, πόλεις όπως η Λωζάνη (1.662 CHF), η Βασιλεία (1.650 CHF) και η Βέρνη (1.555 CHF) προσφέρουν σαφώς πιο προσιτές επιλογές στέγασης.
Στον τομέα της εστίασης, η Γενεύη διαθέτει τις υψηλότερες τιμές (30 CHF για ένα γεύμα), ενώ η Βέρνη καταγράφει το πιο ακριβό εισιτήριο απλής διαδρομής στα μέσα μαζικής μεταφοράς (5,20 CHF).
Η πρόσφατη εξέλιξη των τιμών έχει στιγματιστεί από μια σειρά παγκόσμιων κρίσεων. Μετά τη σημαντική πτώση της κατανάλωσης κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η περίοδος 2022-2023 σημαδεύτηκε από προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα και την εκτόξευση των τιμών της ενέργειας λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.
Ο πληθωρισμός στην Ελβετία κορυφώθηκε στο 3,5% τον Αύγουστο του 2022, με το κόστος διαβίωσης να αυξάνεται κατά 1,99% μεταξύ 2022 και 2023. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ελβετία διατηρεί τον τίτλο μιας από τις ακριβότερες χώρες.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του 2023, το επίπεδο τιμών για τις ιδιωτικές καταναλωτικές δαπάνες ήταν 74,1% υψηλότερο από τον μέσο όρο των 27 κρατών-μελών της ΕΕ, ξεπερνώντας ακόμη και την πιο ακριβή χώρα της Ένωσης, τη Δανία (+43,4%).