Ζυρίχη – Σημαντικά ευρήματα σχετικά με τη δυναμική των σχέσεων εντός της οικογένειας φέρνει στο φως νέα επιστημονική μελέτη από την Ελβετία, η οποία αποκαλύπτει ότι περίπου ένας στους τρεις εφήβους εκδηλώνει σωματική επιθετικότητα απέναντι στους γονείς του τουλάχιστον μία φορά.
Τα στοιχεία της έρευνας, η οποία παρακολούθησε την εξέλιξη περισσοτέρων από 1.500 νέων, δείχνουν πως η ένταση κορυφώνεται σε συγκεκριμένη ηλικία, ενώ καταγράφονται σαφείς παράγοντες κινδύνου που πυροδοτούν τέτοια περιστατικά.
Σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «European Child & Adolescent Psychiatry» και διενεργήθηκε από το Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, η τάση για βίαιη συμπεριφορά ακολουθεί μια ξεκάθαρη αναπτυξιακή καμπύλη.
Τα περιστατικά αυξάνονται κατά την πρώιμη εφηβεία και φτάνουν στο υψηλότερο σημείο τους στην ηλικία των 13 ετών, όπου το ποσοστό των επηρεαζόμενων νέων ξεπερνά το 15%.
Στη συνέχεια, η συχνότητα της σωματικής επιθετικότητας μειώνεται σταθερά, με τα ποσοστά να πέφτουν κάτω από το 5% στην ηλικία των 24 ετών.
Οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά που εντάσσονται στο πλαίσιο συγκρούσεων κατά τη διάρκεια της σωματικής και ψυχολογικής ωρίμανσης του ατόμου και δεν συνιστούν συστηματική άσκηση βίας.
Ωστόσο, η συχνότητα και η ένταση των φαινομένων αυτών αποτελούν αντικείμενο επιστημονικής ανάλυσης για την κατανόηση της συμπεριφοράς των νέων.
Η καμπύλη της επιθετικότητας και τα σημάδια κινδύνου
Παρά τη γενική διαπίστωση ότι οι συγκρούσεις είναι αναμενόμενες, η μελέτη αναδεικνύει ορισμένα ανησυχητικά δεδομένα.
Η συγγραφέας της έρευνας, Lilly Shanahan, επισημαίνει ότι δύο στους πέντε νέους που εμφάνισαν επιθετική συμπεριφορά, το έπραξαν σε πολλαπλές χρονικές στιγμές.
Από την πλευρά του, ο συν-συγγραφέας Denis Ribeaud τονίζει πως οι συγκρούσεις μεταξύ γονέων και εφήβων είναι φυσιολογικές και μάλιστα σημαντικές για την ανάπτυξη, ωστόσο απαιτείται διάκριση μεταξύ της εκτονωτικής αντίδρασης και της προβληματικής συμπεριφοράς.
Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι μεμονωμένα ξεσπάσματα κατά την εφηβεία πρέπει να αξιολογούνται με ψυχραιμία και δεν αποτελούν απαραίτητα λόγο ανησυχίας.
Αντιθέτως, η ύπαρξη ενός επαναλαμβανόμενου μοτίβου σωματικής επιθετικότητας, η αυξανόμενη ένταση των περιστατικών, η έλλειψη μεταμέλειας, καθώς και η εκδήλωση επιθετικότητας εκτός του οικογενειακού πλαισίου, λειτουργούν ως σοβαρά προειδοποιητικά σημάδια που χρίζουν περαιτέρω διερεύνησης.
Παράγοντες που επηρεάζουν τη συμπεριφορά
Ένα από τα σημαντικά ευρήματα της έρευνας είναι ότι το μορφωτικό επίπεδο ή η κοινωνικοοικονομική κατάσταση της οικογένειας δεν φαίνεται να ασκούν σημαντική επιρροή στην εμφάνιση τέτοιων συμπεριφορών.
Αντιθέτως, ως παράγοντες κινδύνου αναγνωρίζονται η σωματική τιμωρία από τους γονείς, οι συχνοί καβγάδες μεταξύ των γονέων, καθώς και η παρουσία συμπτωμάτων ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) στους εφήβους.
Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο κίνδυνος εμφάνισης σωματικής επιθετικότητας μειώνεται αισθητά όταν τα παιδιά εκπαιδεύονται στη διαχείριση συγκρούσεων με εποικοδομητικό τρόπο και μεγαλώνουν σε ένα υποστηρικτικό περιβάλλον, όπου οι γονείς δείχνουν έμπρακτο ενδιαφέρον και παρέχουν συναισθηματική ασφάλεια.
