Ζυρίχη – Σε μια ξεκάθαρη ιεράρχηση της ποιότητας ζωής έναντι της οικονομικής αποταμίευσης προχωρούν οι κάτοικοι της Ελβετίας, αρνούμενοι να θυσιάσουν τον προσωπικό τους χρόνο στους δρόμους, ακόμη και αν αυτό σημαίνει σημαντικά υψηλότερο κόστος στέγασης.
Σύμφωνα με νέα έρευνα που βλέπει το φως της δημοσιότητας, η συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού προτιμά να πληρώνει ακριβά ενοίκια κοντά στον τόπο εργασίας, παρά να υποστεί την καθημερινή ταλαιπωρία της μετακίνησης.
Τα ευρήματα της πλατφόρμας Comparis αποκαλύπτουν πως, παρά την αύξηση των τιμών στα ακίνητα και τη στενότητα που παρατηρείται στην αγορά κατοικίας, οι πολίτες θέτουν αυστηρά όρια στον χρόνο που είναι διατεθειμένοι να ξοδεύουν στις διαδρομές.
Το κυκλοφοριακό άγχος και η απώλεια ελεύθερου χρόνου αξιολογούνται πλέον ως σοβαρότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες από την οικονομική αιμορραγία ενός υψηλού μισθώματος.
Το όριο της μισής ώρας και η απόρριψη της απόστασης
Η έρευνα δείχνει ότι μόλις το 23% των ερωτηθέντων επέλεξε συνειδητά να μετακομίσει σε πιο απομακρυσμένη περιοχή κατά την τελευταία αλλαγή κατοικίας με σκοπό την εξοικονόμηση χρημάτων.
Αντίθετα, περισσότερα από τρία τέταρτα του πληθυσμού απορρίπτουν κατηγορηματικά το ενδεχόμενο να αυξήσουν τον χρόνο μετακίνησής τους για να μειώσουν τα έξοδα στέγασης.
Όπως εξηγεί ο ειδικός σε θέματα ακινήτων της Comparis, Harry Büsser, «πολλοί προτιμούν να πληρώνουν υψηλό ενοίκιο παρά να χάνουν χρόνο, ενέργεια και νεύρα στην κίνηση κάθε μέρα».
Τα στοιχεία αναδεικνύουν την ύπαρξη ενός άτυπου «ψυχολογικού φραγμού» στα 30 λεπτά.
Συγκεκριμένα:
- Το 11% δέχεται μετακίνηση το πολύ 15 λεπτών.
- Το 38% θεωρεί αποδεκτό χρόνο τα 16 έως 30 λεπτά.
- Το 28% ανέχεται διαδρομές έως 45 λεπτά.
- Μόλις το 5% είναι διατεθειμένο να ταξιδεύει πάνω από μία ώρα.
Σύμφωνα με τον Büsser, οτιδήποτε υπερβαίνει το ημίωρο εκλαμβάνεται ως μόνιμη επιβάρυνση, εύρημα που επιβεβαιώνεται και από διεθνείς μελέτες που συσχετίζουν τις μεγάλες διαδρομές με τη μείωση της ικανοποίησης από τη ζωή.
Επιστροφή στο γραφείο και κυριαρχία του αυτοκινήτου
Η τηλεργασία φαίνεται να χάνει έδαφος μετά την πανδημία, καθώς το 91% του ενήλικου πληθυσμού μετακινείται πλέον πολλές φορές την εβδομάδα προς την εργασία ή εκπαιδευτικά ιδρύματα.
Η επάνοδος στα παλιά πρότυπα φυσικής παρουσίας έχει άμεσες συνέπειες τόσο στην κυκλοφορία όσο και στην αγορά ακινήτων.
Εντυπωσιακό παραμένει το γεγονός ότι το αυτοκίνητο διατηρεί τα πρωτεία στις προτιμήσεις των Ελβετών, με το 50% να το επιλέγει ως το κύριο μέσο μεταφοράς.
Όσο μεγαλώνει η απόσταση, τόσο αυξάνεται η χρήση του Ι.Χ., παρά το γεγονός ότι αυτό συχνά συνεπάγεται εγκλωβισμό στην κίνηση.
Τα μέσα μαζικής μεταφοράς επιλέγονται από το ένα τρίτο των εργαζομένων, με το ποσοστό να ανεβαίνει στο 40% για τις μεσαίες αποστάσεις (16-30 χλμ.), δείγμα της αποδοτικότητας του σιδηροδρομικού δικτύου σε αυτές τις διαδρομές.
Κοινωνικές και ηλικιακές ανισότητες
Η διάθεση για μετακίνηση δεν είναι ενιαία σε όλες τις πληθυσμιακές ομάδες. Οι άνδρες εμφανίζονται πιο πρόθυμοι (27%) να δεχτούν μακρύτερες διαδρομές για να εξοικονομήσουν χρήματα σε σχέση με τις γυναίκες (20%).
Η διαφορά αυτή αποδίδεται στο γεγονός ότι οι γυναίκες εξακολουθούν να επωμίζονται το μεγαλύτερο βάρος της οργάνωσης της οικογενειακής καθημερινότητας, καθιστώντας την εγγύτητα «αναγκαία προϋπόθεση και όχι πολυτέλεια».
Παράλληλα, οι νεότερες ηλικίες (18-35 ετών) αναγκάζονται συχνότερα (27%) να συμβιβαστούν με μεγαλύτερες αποστάσεις λόγω περιορισμένων οικονομικών πόρων, σε αντίθεση με τους άνω των 56 ετών (19%).
Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Harry Büsser, ακόμη και για τους νέους υπάρχει όριο: «το σημείο όπου η διαδρομή αρχίζει να “καταπίνει” τον ελεύθερο χρόνο μετά τη δουλειά».
Το συμπέρασμα της έκθεσης στέλνει ένα σαφές μήνυμα προς την πολιτική ηγεσία: η στεγαστική κρίση δεν μπορεί να επιλυθεί απλώς σπρώχνοντας τον κόσμο να ζει πιο μακριά, καθώς οι πολίτες αρνούνται να συμμετάσχουν σε αυτό το μοντέλο ζωής.