Γερμανία – Η φορολογική ελάφρυνση στη βενζίνη και το ντίζελ, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 2026, έχει ήδη οδηγήσει σε χαμηλότερες τιμές στα πρατήρια. Ωστόσο, οι μειώσεις που βλέπουν οι οδηγοί στην αντλία είναι μικρότερες από εκείνες που θα προέκυπταν εάν η φορολογική ελάφρυνση περνούσε ολόκληρη στην τελική τιμή.
Η μείωση του φόρου αντιστοιχεί θεωρητικά, μαζί με την επίδραση του ΦΠΑ, σε σχεδόν 17 λεπτά ανά λίτρο. Οι πρώτες αναλύσεις για τις τιμές καυσίμων δείχνουν όμως ότι στην πράξη η πτώση είναι χαμηλότερη.
Πόσο έχουν μειωθεί οι τιμές στα πρατήρια
Το προσωρινό μέτρο μειώνει τον φόρο ενέργειας κατά 14,04 λεπτά ανά λίτρο τόσο στη βενζίνη όσο και στο ντίζελ. Αν συνυπολογιστεί και ο ΦΠΑ, η συνολική θεωρητική ελάφρυνση φτάνει σχεδόν τα 17 λεπτά ανά λίτρο. Το μέτρο θα παραμείνει σε ισχύ έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026.
Οι πρώτες αναλύσεις για τις αρχές Οκτωβρίου δείχνουν ότι στους οδηγούς πέρασε περίπου το 66% έως 78% της συνολικής ελάφρυνσης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το δημοσίευμα, η βενζίνη έγινε φθηνότερη κατά περίπου 11 έως 13 λεπτά ανά λίτρο, ενώ στο ντίζελ η μείωση υπολογίζεται στα 13 έως 15 λεπτά.
Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν την εικόνα των πρώτων ημερών και δεν σημαίνουν ότι όλες οι τιμές μειώθηκαν το ίδιο σε κάθε πρατήριο. Η τελική τιμή εξακολουθεί να επηρεάζεται από την περιοχή, την εταιρεία, τον ανταγωνισμό και τις γενικότερες συνθήκες της αγοράς.
Για έναν οδηγό που γεμίζει 50 λίτρα, η διαφορά γίνεται εύκολα αντιληπτή. Αν η πλήρης φορολογική ελάφρυνση των σχεδόν 17 λεπτών περνούσε στην τιμή, το όφελος θα έφτανε περίπου τα 8,50 ευρώ ανά γέμισμα. Με μείωση 11 λεπτών ανά λίτρο, η εξοικονόμηση περιορίζεται στα 5,50 ευρώ.
Γιατί δεν περνά ολόκληρη η μείωση στην αντλία
Η μείωση του φόρου δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η λιανική τιμή των καυσίμων θα πέσει κατά ακριβώς το ίδιο ποσό. Οι εταιρείες καυσίμων και οι διαχειριστές πρατηρίων δεν υποχρεώνονται από το συγκεκριμένο μέτρο να μεταφέρουν ολόκληρη τη φορολογική διαφορά στους καταναλωτές.
Αυτός είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο η πραγματική πτώση των τιμών υπολείπεται της θεωρητικής ελάφρυνσης.
Οικονομολόγοι που επικαλείται το δημοσίευμα ασκούν κριτική στο μέτρο, επισημαίνοντας ότι μέρος της φορολογικής μείωσης δεν φτάνει τελικά στον οδηγό. Αυτό, πάντως, δεν σημαίνει από μόνο του ότι η διαφορά καταλήγει εξ ολοκλήρου ως πρόσθετο κέρδος στις επιχειρήσεις, καθώς η διαμόρφωση των τιμών επηρεάζεται και από άλλους παράγοντες.
Πόσο κοστίζει το μέτρο στο Δημόσιο
Η προσωρινή μείωση του φόρου εκτιμάται ότι θα στερήσει από τα δημόσια ταμεία περίπου 2,485 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του δημοσιεύματος, το κόστος κατανέμεται περίπου ισόποσα ανάμεσα στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση και τα κρατίδια, με κάθε πλευρά να επιβαρύνεται κατά περίπου 1,25 δισ. ευρώ.
Την ίδια ώρα, στα γερμανικά πρατήρια εφαρμόζεται ο κανόνας σύμφωνα με τον οποίο οι τιμές μπορούν να αυξάνονται μόνο μία φορά την ημέρα, στις 12:00. Αντίθετα, οι μειώσεις επιτρέπονται οποιαδήποτε στιγμή μέσα στην ημέρα.
Στόχος της ρύθμισης είναι να περιοριστούν οι συνεχείς αυξήσεις των τιμών, χωρίς όμως να καθορίζεται από το κράτος το ύψος της τελικής τιμής στην αντλία.
Ποιοι κερδίζουν περισσότερο από τη μείωση
Η κριτική γύρω από το μέτρο δεν αφορά μόνο το κατά πόσο η φορολογική μείωση περνά στους καταναλωτές, αλλά και το ποιοι ωφελούνται περισσότερο.
Επειδή η έκπτωση υπολογίζεται ανά λίτρο, όσοι καταναλώνουν περισσότερα καύσιμα εξοικονομούν και μεγαλύτερο συνολικό ποσό. Ένας οδηγός που κάνει πολλές διαδρομές ή χρησιμοποιεί όχημα με υψηλή κατανάλωση έχει μεγαλύτερο οικονομικό όφελος σε απόλυτους αριθμούς από κάποιον που οδηγεί λιγότερο ή χρησιμοποιεί μικρότερο αυτοκίνητο.
Για τον μέσο οδηγό, πάντως, η ουσία είναι πιο απλή: οι τιμές έχουν υποχωρήσει μετά την εφαρμογή του μέτρου, αλλά όχι όσο θα μπορούσαν εάν η φορολογική ελάφρυνση μεταφερόταν ολόκληρη στην αντλία.
Η προσωρινή μείωση θα ισχύει έως το τέλος Δεκεμβρίου 2026.