Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία – Αντιμέτωπη με κατηγορίες για απάτη και πλαστογραφία εγγράφων βρίσκεται 62χρονη εκπαιδευτικός στη Γερμανία, η οποία απουσίαζε από τη διδασκαλία επί 16 χρόνια με αναρρωτικές άδειες, συνεχίζοντας να λαμβάνει πλήρεις αποδοχές.
Η εισαγγελία του Ντούισμπουργκ υποστηρίζει ότι από αναρρωτικές δηλώσεις μετά τον Μάρτιο του 2021 προέκυψαν αχρεωστήτως καταβληθείσες αποδοχές περίπου 248.000 ευρώ. Το αρμόδιο δικαστήριο δεν έχει ακόμη αποφασίσει αν θα διεξαχθεί ποινική δίκη.
Η γυναίκα εργαζόταν στο επαγγελματικό σχολείο Berufskolleg Wesel και είχε σταματήσει να διδάσκει από τον Αύγουστο του 2009. Η υπόθεση έφερε στην επιφάνεια όχι μόνο τις υποψίες των εισαγγελικών αρχών, αλλά και το γεγονός ότι επί χρόνια δεν είχε πραγματοποιηθεί η προβλεπόμενη διοικητική εξέταση της κατάστασής της.
Οι δέκα αναρρωτικές δηλώσεις και το ποσό των 248.000 ευρώ
Στο επίκεντρο του κατηγορητηρίου βρίσκονται δέκα δηλώσεις ασθένειας από τον Μάρτιο του 2021 και μετά. Σύμφωνα με την εισαγγελία, η εκπαιδευτικός φέρεται να παραπλάνησε εν γνώσει της την υπηρεσία της ως προς την κατάσταση της υγείας της, μολονότι, κατά την εκτίμηση των ερευνητών, μπορούσε να εργαστεί και το γνώριζε.
Οι εισαγγελικές αρχές αποδίδουν στις συγκεκριμένες δηλώσεις οικονομική ζημία περίπου 248.000 ευρώ. Για το προγενέστερο διάστημα της μακράς απουσίας της δεν μπορούν πλέον να αποδώσουν ποινικές κατηγορίες, λόγω παραγραφής. Δεν έχουν δημοσιοποιηθεί πληροφορίες για τις ασθένειες που επικαλέστηκε ούτε είναι γνωστό αν είχαν παραπλανηθεί γιατροί.
Τα πιστοποιητικά για καταδύσεις και οι άλλες δραστηριότητες
Κατά την έρευνα στην κατοικία της 62χρονης βρέθηκαν δύο πιστοποιητικά που φέρονται να βεβαιώνουν την καταλληλότητά της για αθλητικές καταδύσεις. Η εισαγγελία υποστηρίζει ότι τα είχε κατασκευάσει η ίδια, χρησιμοποιώντας ως υποτιθέμενη εκδότρια μία γιατρό που, σύμφωνα με τους ερευνητές, δεν υπάρχει.
Οι αρχές θεωρούν ότι η κατηγορούμενη δραστηριοποιούνταν πράγματι ως ερασιτέχνις δύτρια και εξετάζουν αυτό το στοιχείο στο πλαίσιο της εκτίμησης για το κατά πόσον ήταν ικανή να ασκεί τα εκπαιδευτικά της καθήκοντα. Η ενασχόληση με τις καταδύσεις δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι οι αναρρωτικές άδειες ήταν αδικαιολόγητες.
Το 2004, έναν χρόνο μετά την είσοδό της στη σχολική υπηρεσία, η γυναίκα είχε δώσει εξετάσεις για την ιδιότητα της Heilpraktikerin, που αφορά την άσκηση εναλλακτικών θεραπευτικών πρακτικών στη Γερμανία. Το 2012 εμφανίστηκε δύο φορές δημόσια ως βραβευμένη για εργασία που είχε κάνει με άλλο πρόσωπο στη βελτίωση μιας κρέμας δέρματος και στον σχεδιασμό της εμπορικής της διάθεσης.
Σε προφίλ της στην πλατφόρμα Xing, το οποίο έχει πλέον αφαιρεθεί, αναζητούσε εργασία στον τομέα της ιατρικής τεχνολογίας. Ωστόσο, οι ερευνητές δεν βρήκαν ενδείξεις ότι πράγματι ασκούσε άλλο επάγγελμα όσο απουσίαζε με αναρρωτική άδεια.
Πώς έμεινε χωρίς υπηρεσιακό έλεγχο για τόσα χρόνια
Η υπόθεση έγινε γνωστή τον Αύγουστο του 2025, όταν η εκπαιδευτικός προσέφυγε στη δικαιοσύνη κατά εντολής να εξεταστεί από υπηρεσιακό γιατρό. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, σε περιπτώσεις μακρόχρονης ασθένειας δημοσίων υπαλλήλων προβλέπεται συνήθως τέτοιος έλεγχος μετά από τρεις και το αργότερο έξι μήνες. Η αρμόδια περιφερειακή διοίκηση του Ντίσελντορφ δεν είχε κινήσει τη διαδικασία επί σειρά ετών.
Το υπουργείο Παιδείας της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας είχε χαρακτηρίσει τον χειρισμό της υπόθεσης σοβαρή μεμονωμένη υπηρεσιακή αστοχία, χωρίς να διαπιστώνει γενικευμένες διαρθρωτικές ελλείψεις. Ο υπάλληλος που χειριζόταν τα ζητήματα προσωπικού κατείχε την ίδια θέση επί τουλάχιστον 15 χρόνια, παρότι, σύμφωνα με το δημοσίευμα, τέτοια καθήκοντα ανακατανέμονται συνήθως τακτικά. Σε βάρος του κινήθηκε επίσης πειθαρχική διαδικασία.
Η εκκρεμής δίκη και ο κίνδυνος απώλειας συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων
Πειθαρχική διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη και για την ίδια την εκπαιδευτικό, η οποία έχει στο μεταξύ τεθεί σε συνταξιοδότηση, απόφαση που αμφισβητεί νομικά. Εάν υπάρξει αμετάκλητη καταδίκη σε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, η γερμανική νομοθεσία περί δημοσίων υπαλλήλων προβλέπει απώλεια της ιδιότητας του δημοσίου υπαλλήλου και των σχετικών συνταξιοδοτικών αξιώσεων.
Για ιδιαίτερα σοβαρή απάτη προβλέπεται ποινή φυλάκισης από έξι μήνες έως δέκα χρόνια, ενώ η πλαστογραφία εγγράφων μπορεί να τιμωρηθεί με χρηματική ποινή ή φυλάκιση έως πέντε χρόνια. Πρώτα, όμως, το Περιφερειακό Δικαστήριο του Ντούισμπουργκ πρέπει να αποφασίσει αν θα προχωρήσει η υπόθεση σε δίκη.
Κατά την εισαγγελία, η 62χρονη δεν έχει μέχρι στιγμής τοποθετηθεί για τις κατηγορίες, ενώ ο δικηγόρος της δεν κατέστη δυνατό να απαντήσει σε σχετικό αίτημα δημοσιογράφων. Η γυναίκα τεκμαίρεται αθώα μέχρι τυχόν αμετάκλητη καταδίκη της.