Γερμανία – Μια ανησυχητική τάση διαμορφώνεται στο λιανεμπόριο τροφίμων της Γερμανίας, καθώς η μεγαλύτερη αλυσίδα σούπερ μάρκετ της χώρας, η Edeka, προχωρά σε μπαράζ κλεισίματος καταστημάτων. Παρόλο που το 2026 βρίσκεται ακόμη στην αρχή του, οι καταναλωτές βρίσκονται ήδη αντιμέτωποι με κλειστές πόρτες σε δεκάδες σημεία, καθώς ο όμιλος εφαρμόζει ένα επιθετικό σχέδιο αναδιάρθρωσης του δικτύου του, μειώνοντας τον συνολικό αριθμό των φυσικών καταστημάτων.
Η εξέλιξη αυτή προκαλεί έκπληξη και σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό, δεδομένης της τεράστιας διείσδυσης του brand στην αγορά. Ο όμιλος Edeka, στον οποίο ανήκουν επίσης οι αλυσίδες Netto και Marktkauf, διαθέτει το μεγαλύτερο δίκτυο στη χώρα με πάνω από 11.000 σημεία πώλησης συνολικά, εκ των οποίων τα 6.000 φέρουν την επωνυμία Edeka. Παρά το γεγονός ότι πέρυσι τα καταστήματα του ομίλου εξυπηρέτησαν περίπου 13 εκατομμύρια πελάτες, η τρέχουσα χρονιά χαρακτηρίζεται από συρρίκνωση αντί για ανάπτυξη.
Αρνητικό ισοζύγιο και γεωγραφικές απώλειες
Τα στοιχεία για τους πρώτους μήνες του έτους αποτυπώνουν μια ξεκάθαρη ανισορροπία. Μέχρι τις αρχές Φεβρουαρίου καταγράφηκαν 43 κλεισίματα καταστημάτων Edeka, έναντι μόλις 12 νέων εγκαινίων σε άλλες τοποθεσίες. Η διαδικασία αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αναδιάρθρωσης του δικτύου, το οποίο επηρεάζει άνισα διαφορετικές περιοχές της Γερμανίας.
Συγκεκριμένα, το κρατίδιο της Βαυαρίας δέχεται το μεγαλύτερο πλήγμα, μετρώντας ήδη την απώλεια 13 τοποθεσιών. Ακολουθεί η Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, όπου οι κάτοικοι καλούνται να εξυπηρετηθούν με επτά λιγότερα καταστήματα. Η εικόνα των κλειστών καταστημάτων σε γειτονιές που οι κάτοικοι θεωρούσαν δεδομένη την παρουσία τους, δημιουργεί ερωτηματικά για τη σταθερότητα της πρόσβασης σε βασικά αγαθά σε τοπικό επίπεδο.
Οικονομική βιωσιμότητα και ανταγωνισμός
Η στρατηγική της Edeka δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά μέρος μιας γενικότερης τάσης στον κλάδο των τροφίμων. Ανταγωνιστές όπως η Kaufland και η Aldi Süd προχωρούν σε αντίστοιχες κινήσεις, κλείνοντας καταστήματα σε συγκεκριμένες περιοχές και ανοίγοντας νέα σε άλλες. Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, η κινητήρια δύναμη πίσω από αυτές τις αποφάσεις είναι ο αυστηρός έλεγχος της κερδοφορίας ανά μονάδα.
Η εξίσωση περιλαμβάνει το ύψος των ενοικίων και την επισκεψιμότητα των πελατών. Όταν ένα κατάστημα κρίνεται ασύμφορο λόγω υψηλών λειτουργικών εξόδων και μειωμένης ροής καταναλωτών, η απόφαση για το κλείσιμό του είναι μονόδρομος. Οι εταιρείες προτιμούν πλέον να μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους σε νέες τοποθεσίες με ευνοϊκότερους οικονομικούς όρους, αφήνοντας πίσω τους τα «βαρίδια» του παρελθόντος, ακόμη και αν αυτό προκαλεί προσωρινή αναστάτωση στις τοπικές κοινωνίες.
