Γερμανία – Η πρόσφατη και κλιμακούμενη στρατιωτική επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον του καθεστώτος στο Ιράν προκαλεί έντονους τριγμούς και βαθιά ανησυχία στην καρδιά της Ευρώπης.
Τα γεωπολιτικά τεκταινόμενα δεν αφήνουν ανεπηρέαστη την κοινή γνώμη, η οποία παρακολουθεί με έκδηλο προβληματισμό τις εξελίξεις, εκφράζοντας ισχυρές αμφιβολίες για τη σκοπιμότητα και τη νομιμοποίηση αυτών των ενεργειών.
Μέσα σε ένα ήδη τεταμένο διεθνές περιβάλλον, η αίσθηση της ανασφάλειας διογκώνεται, επηρεάζοντας άμεσα τόσο την ψυχολογία των πολιτών όσο και την εσωτερική πολιτική σκηνή της χώρας.
Σύμφωνα με εκτενή έρευνα κοινής γνώμης που διεξήχθη από κορυφαία γερμανικά ινστιτούτα δημοσκοπήσεων το πρώτο πενθήμερο του Μαρτίου, αποτυπώνεται μια ξεκάθαρη τάση απόρριψης των στρατιωτικών λύσεων
Η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος εμφανίζεται εξαιρετικά σκεπτικιστική απέναντι στις κινήσεις των συμμαχικών δυνάμεων, ενώ παράλληλα διαμορφώνονται νέα δεδομένα ως προς την εμπιστοσύνη που τρέφουν οι πολίτες προς τους παραδοσιακούς διεθνείς παίκτες.
Ταυτόχρονα, στο εσωτερικό μέτωπο, η κυβέρνηση συνασπισμού δείχνει να απορροφά τους κραδασμούς, καταγράφοντας οριακή αλλά σημαντική δημοσκοπική ανάκαμψη.
Η στάση απέναντι στις στρατιωτικές επιχειρήσεις
Τα στατιστικά ευρήματα αποκαλύπτουν ότι περισσότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες αντιτίθενται ανοιχτά στην επίθεση κατά του Ιράν.
Συγκεκριμένα, ένα ποσοστό της τάξης του πενήντα οκτώ τοις εκατό χαρακτηρίζει την επιχείρηση ως μη δικαιολογημένη, ενώ μόλις ένας στους τέσσερις πολίτες θεωρεί ότι η στρατιωτική δράση ήταν απολύτως απαραίτητη και θεμιτή.
Η συγκεκριμένη στάση καταδεικνύει την παραδοσιακή επιφύλαξη της γερμανικής κοινωνίας απέναντι σε προληπτικά ή τιμωρητικά στρατιωτικά χτυπήματα εκτός των ευρωπαϊκών συνόρων.
Ωστόσο, η απόρριψη αυτή είναι συγκριτικά ηπιότερη αν τεθεί σε αντιπαραβολή με άλλες πρόσφατες διεθνείς κρίσεις.
Για παράδειγμα, η επέμβαση των αμερικανικών δυνάμεων στη Βενεζουέλα στις αρχές του τρέχοντος έτους, η οποία οδήγησε στη σύλληψη του Nicolás Maduro, είχε συγκεντρώσει την καταδίκη του εβδομήντα δύο τοις εκατό των πολιτών.
Ακόμη πιο έντονη ήταν η αντίδραση στο παρελθόν, κατά την εισβολή των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας στο Ιράκ τον Μάρτιο του δύο χιλιάδες τρία, όταν ένα συντριπτικό ογδόντα τοις εκατό είχε ταχθεί ξεκάθαρα κατά της επιχείρησης.
Κλιμάκωση της ανασφάλειας και οικονομικές επιπτώσεις
Το γενικότερο αίσθημα ανασφάλειας έχει αγγίξει ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Περίπου τα τρία τέταρτα του πληθυσμού, ανεξαρτήτως κομματικής προτίμησης, αξιολογούν την τρέχουσα παγκόσμια κατάσταση ως άμεσα απειλητική για τη ζωή και την ευημερία στη χώρα τους.
Το ποσοστό αυτό, που αγγίζει το εβδομήντα επτά τοις εκατό, παρουσιάζει ραγδαία αύξηση σε σύγκριση με τις αρχές του δύο χιλιάδες είκοσι δύο, λίγο πριν την έναρξη των εχθροπραξιών στην ανατολική Ευρώπη, όταν η αντίστοιχη ανησυχία κυμαινόταν στο πενήντα τέσσερα τοις εκατό.
Η αβεβαιότητα αυτή δεν παραμένει σε θεωρητικό επίπεδο αλλά μεταφράζεται σε χειροπιαστούς οικονομικούς φόβους.
Ένα τεράστιο ποσοστό, που φτάνει το ογδόντα τοις εκατό, εκφράζει ανοιχτά την αγωνία του για ενδεχόμενη κατάρρευση των διεθνών εμπορικών οδών και την επακόλουθη εκτόξευση των τιμών στην ενέργεια.
Ήδη, ο αντίκτυπος είναι κάτι παραπάνω από ορατός στην καθημερινότητα, με τις τιμές της βενζίνης στα πρατήρια καυσίμων να έχουν σπάσει το ψυχολογικό και οικονομικό φράγμα των δύο ευρώ ανά λίτρο, επιβαρύνοντας δραματικά τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Διευρύνεται η ανησυχία για την ευρωπαϊκή ασφάλεια
Ο φόβος της γεωγραφικής εξάπλωσης των συγκρούσεων κυριαρχεί στη δημόσια σφαίρα.
Εβδομήντα πέντε στους εκατό ερωτηθέντες ανησυχούν βαθύτατα ότι ο πόλεμος στο Ιράν μπορεί να πυροδοτήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις και να εμπλέξει γειτονικά κράτη, δημιουργώντας έναν ανεξέλεγκτο περιφερειακό πόλεμο.
Παράλληλα, έντονη είναι η ενσυναίσθηση για τον άμαχο πληθυσμό, με το εβδομήντα ένα τοις εκατό να εκφράζει συμπαράσταση και αγωνία για την τύχη των απλών ανθρώπων στο Ιράν.
Όσον αφορά την ίδια την ήπειρο, η ασφάλεια της Ευρώπης αποτελεί πηγή άγχους για τα δύο τρίτα των πολιτών.
Μέσα σε αυτό το ρευστό σκηνικό, οι φόβοι για περαιτέρω επιθετικές ενέργειες της Ρωσίας εναντίον άλλων ευρωπαϊκών κρατών παραμένουν ισχυροί, αν και έχουν περάσει ελαφρώς σε δεύτερη μοίρα λόγω των καταιγιστικών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, απασχολώντας το πενήντα πέντε τοις εκατό του εκλογικού σώματος.
Κλονίζεται η εμπιστοσύνη προς τις διεθνείς δυνάμεις
Το διπλωματικό κεφάλαιο των μεγάλων δυνάμεων φαίνεται να έχει εξαντληθεί στα μάτια των πολιτών.
Η αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας κινείται σε εξαιρετικά χαμηλά, σχεδόν περιθωριακά επίπεδα.
Μόλις το δεκαπέντε τοις εκατό θεωρεί τις ΗΠΑ αξιόπιστο εταίρο, ενώ η Ρωσία συγκεντρώνει το πενιχρό δώδεκα τοις εκατό.
Είναι αξιοσημείωτο ότι οι ψηφοφόροι του AfD διαφοροποιούνται αισθητά, εμφανίζοντας τα υψηλότερα – αν και μειοψηφικά – ποσοστά εμπιστοσύνης τόσο προς τη Μόσχα όσο και προς την Ουάσιγκτον, σε αντίθεση με τους υποστηρικτές των Πρασίνων και της Αριστεράς που διατηρούν την πιο σκληρή κριτική στάση.
Όσον αφορά το Ισραήλ, μόνο ένας στους έξι πολίτες το αξιολογεί ως έμπιστο σύμμαχο, με την ισχυρότερη αμφισβήτηση να προέρχεται από τον χώρο της Αριστεράς (Linke).
Αντιθέτως, χώρες όπως η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο διασώζουν το κύρος τους, εξασφαλίζοντας την αποδοχή της πλειοψηφίας.
Στην περίπτωση της Ουκρανίας, η κοινή γνώμη παραμένει βαθιά διχασμένη, καθώς τέσσερις στους δέκα πολίτες δηλώνουν ότι εμπιστεύονται τη χώρα, ενώ οι μισοί εκφράζουν σοβαρές αμφιβολίες.
Ανακατατάξεις στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό
Οι διεθνείς κλυδωνισμοί επιφέρουν αναπόφευκτα αλλαγές και στον εγχώριο πολιτικό χάρτη. Στην πρόθεση ψήφου, ο μεγάλος συνασπισμός φαίνεται να ευνοείται από την ανάγκη των ψηφοφόρων για σταθερότητα.
Η κεντροδεξιά Ένωση (Union) αυξάνει τα ποσοστά της φτάνοντας το είκοσι οκτώ τοις εκατό, ενώ το AfD καταγράφει μικρή υποχώρηση στο είκοσι τρία τοις εκατό. Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) ακολουθεί με δεκατέσσερα τοις εκατό, σημειώνοντας οριακή πτώση.
Στον υπόλοιπο πολιτικό άξονα, οι Πράσινοι (Grüne) ανακάμπτουν ελαφρώς στο δεκατρία τοις εκατό, η Αριστερά (Linke) πέφτει στο εννέα τοις εκατό, και το νεοσύστατο BSW ενισχύεται φτάνοντας το τέσσερα τοις εκατό.
Η μεγαλύτερη ανατροπή ωστόσο αφορά τους Φιλελεύθερους (FDP), οι οποίοι μαζί με τα μικρότερα κόμματα αθροίζουν μόλις εννέα τοις εκατό, καταγράφοντας τη χειρότερη δημοσκοπική τους επίδοση από τα τέλη του δύο χιλιάδες δεκατέσσερα, γεγονός που θέτει εν αμφιβόλω την πολιτική τους επιβίωση.
Η αξιολόγηση της νέας κυβέρνησης υπό τον Friedrich Merz
Η συνολική εικόνα του κυβερνητικού σχήματος υπό την ηγεσία του καγκελάριου Friedrich Merz παρουσιάζει σημάδια σταδιακής βελτίωσης.
Το ένα τέταρτο των ψηφοφόρων αξιολογεί πλέον θετικά το έργο του συνασπισμού, καταγράφοντας άνοδο τεσσάρων μονάδων σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα. Παρόλα αυτά, η απόλυτη πλειοψηφία παραμένει άκρως επικριτική απέναντι στα πεπραγμένα της εκτελεστικής εξουσίας.
Συγκρίνοντας τη σημερινή κυβέρνηση με τον προηγούμενο συνασπισμό, παρατηρούνται ενδιαφέρουσες διαφοροποιήσεις.
Το κλίμα συνεργασίας και η εσωτερική συνοχή αξιολογούνται θετικά από το δεκαεννέα τοις εκατό, ποσοστό σαφώς βελτιωμένο σε σχέση με τις χαμηλές πτήσεις της προηγούμενης κυβέρνησης.
Στον αντίποδα, το καθαρά παραγόμενο πολιτικό έργο ικανοποιεί μόλις το δεκαοχτώ τοις εκατό των πολιτών, υστερώντας σημαντικά σε σύγκριση με τα ποσοστά αποδοχής των προκατόχων τους.
Στον τομέα της πολιτικής επικοινωνίας, τα νούμερα παραμένουν απογοητευτικά, με πάνω από το ογδόντα τοις εκατό να κρίνει ως ανεπαρκή τον τρόπο που οι κυβερνώντες εξηγούν τις αποφάσεις τους στον λαό.
Διαχείριση των δηλώσεων και ερμηνεία των δεδομένων
Αναλύοντας τα ευρήματα, οι ειδικοί της πολιτικής επικοινωνίας και οι επικεφαλής των ερευνητικών ινστιτούτων επισημαίνουν ότι η κοινωνία βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης επαγρύπνησης.
Όπως υπογραμμίζεται από τους αναλυτές, η διαρκής αλληλουχία κρίσεων έχει δημιουργήσει ένα αίσθημα γεωπολιτικής κόπωσης, το οποίο στρέφει τους πολίτες στην αναζήτηση ασφάλειας μέσω ισχυρών κυβερνητικών σχημάτων, απορρίπτοντας τις πειραματικές πολιτικές λύσεις.
Επιπρόσθετα, οι μελετητές εξηγούν πως η κάθετη πτώση της εμπιστοσύνης προς τους παραδοσιακούς διεθνείς θεσμούς αντικατοπτρίζει τον φόβο ότι το δίκαιο του ισχυρότερου έχει υποκαταστήσει οριστικά τη διπλωματία.
Η τάση αυτή, σε συνδυασμό με την αμείλικτη οικονομική πραγματικότητα της ακρίβειας στα βασικά αγαθά, διαμορφώνει ένα εκρηκτικό μείγμα που θα καθορίσει τις πολιτικές εξελίξεις και τις μελλοντικές εκλογικές αναμετρήσεις στη χώρα.