Σε μια ιστορική απόφαση που αναμένεται να αναδιαμορφώσει πλήρως το τοπίο των κρατικών προμηθειών και της ανάθεσης δημοσίων έργων προχώρησε το Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο (Bundestag), θέτοντας νέους, αυστηρότερους κανόνες για τις εταιρείες που διεκδικούν κρατικό χρήμα.
Η υπερψήφιση του νομοσχεδίου για την τήρηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (Tariftreuegesetz) σηματοδοτεί μια σαφή στροφή της κρατικής πολιτικής προς την προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων, βάζοντας τέλος στις πρακτικές κοινωνικού ντάμπινγκ από αναδόχους που συμπίεζαν το εργατικό κόστος.
Η κεντρική φιλοσοφία του νέου νομοθετικού πλαισίου εδράζεται στην αρχή ότι τα χρήματα των φορολογουμένων δεν επιτρέπεται να χρηματοδοτούν επιχειρήσεις οι οποίες υπονομεύουν τα μισθολογικά κεκτημένα.
Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, το κράτος θα λειτουργεί πλέον ως εγγυητής των δίκαιων αμοιβών, αποκλείοντας από τις προσοδοφόρες δημόσιες συμβάσεις όσους εργολάβους αρνούνται να συμμορφωθούν με τα πρότυπα των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Η εξέλιξη αυτή αφορά άμεσα χιλιάδες επιχειρήσεις σε ολόκληρη τη χώρα, οι οποίες καλούνται πλέον να προσαρμόσουν τη μισθολογική τους πολιτική εάν επιθυμούν να διατηρήσουν την πρόσβασή τους στα κρατικά κονδύλια.
Παράλληλα, το μέτρο αναμένεται να λειτουργήσει ευεργετικά για τον υγιή ανταγωνισμό, καθώς οι εταιρείες που ήδη σέβονταν τις συλλογικές συμβάσεις δεν θα βρίσκονται πλέον σε μειονεκτική θέση απέναντι σε ανταγωνιστές που συμπίεζαν τεχνητά το κόστος τους εις βάρος των εργαζομένων.
Οι νέοι κανόνες ανάθεσης και ο πολιτικός συσχετισμός δυνάμεων
Το νέο νομοθετικό πλαίσιο εστιάζει κατά κύριο λόγο στους κλάδους των κατασκευών και της παροχής υπηρεσιών, δύο τομείς όπου παραδοσιακά παρατηρείται εντονότερη συμπίεση των εργασιακών δικαιωμάτων κατά την εκτέλεση δημόσιων έργων.
Στο εξής, οι δημόσιοι διαγωνισμοί για την ανάθεση κατασκευαστικών έργων και συμβάσεων παροχής υπηρεσιών θα περιλαμβάνουν ως απαράβατο όρο την τήρηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
Οι εταιρείες που καταθέτουν προσφορές θα πρέπει να αποδεικνύουν εμπράκτως ότι αμείβουν το προσωπικό τους σύμφωνα με τις προβλεπόμενες κλαδικές συμβάσεις ή, εναλλακτικά, ότι προσφέρουν απολύτως ισοδύναμους και συγκρίσιμους όρους εργασίας στους υπαλλήλους τους.
Η ψήφιση του νομοσχεδίου επιτεύχθηκε χάρη στην ευρεία συναίνεση που διαμορφώθηκε στα έδρανα του Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου (Bundestag). Τα κυβερνητικά κόμματα της χριστιανικής ένωσης (Union) και των σοσιαλδημοκρατών (SPD) στήριξαν θερμά την πρωτοβουλία, συγκεντρώνοντας την απαραίτητη πλειοψηφία.
Τη θετική τους ψήφο στις νέες εργασιακές ρυθμίσεις έδωσαν και οι εκπρόσωποι των πρασίνων (Grüne), ενισχύοντας περαιτέρω τη νομιμοποίηση του μέτρου. Αντιθέτως, διαφοροποιήσεις καταγράφηκαν στην υπόλοιπη αντιπολίτευση.
Το κόμμα της αριστεράς (Linke) επέλεξε να τηρήσει στάση αποχής κατά τη διάρκεια της κρίσιμης ψηφοφορίας, ενώ οι βουλευτές του κόμματος AfD καταψήφισαν το νομοσχέδιο, εκφράζοντας την πλήρη αντίθεσή τους στις προωθούμενες κρατικές παρεμβάσεις στην ελεύθερη αγορά.
Η ευρεία υπερψήφιση, ωστόσο, διασφαλίζει την απρόσκοπτη εφαρμογή των νέων κανόνων.
Οι ηχηρές εξαιρέσεις που περιορίζουν την εμβέλεια του νόμου
Παρά τις αρχικές υψηλές προσδοκίες και τον αυστηρό τόνο των νέων διατάξεων, η τελική μορφή του νόμου συνοδεύεται από σημαντικούς αστερίσκους που μειώνουν αισθητά το πεδίο εφαρμογής του.
Η πλέον αξιοσημείωτη εξαίρεση αφορά το τεράστιο κομμάτι των κρατικών προμηθειών και παραδόσεων εξοπλισμού.
Όπως αποσαφηνίστηκε, οι συμβάσεις που σχετίζονται με την απλή προμήθεια υλικών, την αγορά κρατικών οχημάτων ή την απόκτηση πάγιου εξοπλισμού παραμένουν εκτός της ομπρέλας του νέου νόμου.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι προμηθευτές αγαθών προς το δημόσιο δεν υποχρεούνται να αποδεικνύουν την τήρηση συλλογικών συμβάσεων για να αναλάβουν έναν διαγωνισμό.
Σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις και τις αναλύσεις που παρουσίασε η κοινοβουλευτική ομάδα της χριστιανικής ένωσης (Union), η συγκεκριμένη εξαίρεση είναι τόσο εκτεταμένη που συρρικνώνει τον πραγματικό αντίκτυπο του νόμου κατά το ένα τρίτο σε σχέση με τις αρχικές φιλοδοξίες.
Ένας επιπλέον ζωτικός τομέας που εξαιρείται πλήρως από τις νέες υποχρεώσεις είναι ο ευαίσθητος κλάδος της εθνικής άμυνας, ο οποίος θα συνεχίσει να διέπεται από το δικό του, ξεχωριστό καθεστώς προμηθειών, χωρίς τις δεσμεύσεις του νέου εργασιακού πλαισίου, εξασφαλίζοντας έτσι μεγαλύτερη ευελιξία στις αμυντικές δαπάνες και τις άμεσες εξοπλιστικές ανάγκες της χώρας.
Το οικονομικό κατώφλι και οι πρακτικές προκλήσεις εφαρμογής
Ένα ακόμη κομβικό στοιχείο που καθορίζει την εφαρμογή του νέου νομικού πλαισίου είναι η θέσπιση ενός συγκεκριμένου οικονομικού ορίου για την ενεργοποίηση των διατάξεων.
Ο νομοθέτης αποφάσισε να εισαγάγει ένα ελάχιστο κατώφλι της τάξης των πενήντα χιλιάδων ευρώ για τις δημόσιες συμβάσεις.
Οποιοσδήποτε κρατικός διαγωνισμός, είτε αφορά κατασκευαστικό έργο είτε παροχή υπηρεσιών, του οποίου ο συνολικός προϋπολογισμός υπολείπεται αυτού του ποσού, εξαιρείται αυτομάτως από την υποχρέωση τήρησης των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
Η επιλογή αυτού του οικονομικού ορίου αποσκοπεί στην αποφυγή υπέρμετρης γραφειοκρατικής επιβάρυνσης για μικρομεσαίες επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν έργα περιορισμένης κλίμακας για λογαριασμό της τοπικής αυτοδιοίκησης ή μικρότερων κρατικών φορέων.
Ωστόσο, η ύπαρξη αυτού του ορίου εγείρει ταυτόχρονα προβληματισμούς σχετικά με την πιθανή τεχνητή κατάτμηση μεγαλύτερων έργων σε μικρότερες εργολαβίες, προκειμένου να παρακαμφθούν οι αυστηροί κανόνες του νομοσχεδίου.
Οι αρμόδιες ελεγκτικές αρχές του κράτους θα κληθούν πλέον να παρακολουθούν στενά τις διαδικασίες ανάθεσης, διασφαλίζοντας ότι ο νόμος εφαρμόζεται στο ακέραιο για τα μεγάλα έργα υποδομών που απορροφούν τη μερίδα του λέοντος από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Παρά τις όποιες εξαιρέσεις, η ψήφιση του νόμου αποτελεί ένα ξεκάθαρο πολιτικό μήνυμα υπέρ της ενίσχυσης των συλλογικών διαπραγματεύσεων και της προστασίας του εισοδήματος των εργαζομένων που απασχολούνται, άμεσα ή έμμεσα, σε έργα εθνικής σημασίας.