Ελβετία – Στο επίκεντρο μιας έντονης πολιτικής και κοινωνικής αντιπαράθεσης βρίσκεται η διαχείριση της πληθυσμιακής ανάπτυξης στη χώρα, καθώς οι πολίτες καλούνται σε σχεδόν δύο εβδομάδες να αποφασίσουν για την αμφιλεγόμενη πρωτοβουλία του κόμματος SVP.
Το ερώτημα που κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο είναι το πότε ο συνολικός αριθμός των μόνιμων κατοίκων, ο οποίος σήμερα ανέρχεται στα 9 εκατομμύρια, θα αγγίξει το ορόσημο των δέκα εκατομμυρίων. Ενώ οι κρατικές υπηρεσίες προβλέπουν ραγδαία αύξηση τα επόμενα χρόνια, ευρωπαϊκοί και διεθνείς οργανισμοί εκτιμούν ότι η ραγδαία γήρανση της ηπείρου θα επιβραδύνει αισθητά την τρέχουσα δημογραφική τάση, αλλάζοντας τα δεδομένα για την αγορά εργασίας.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Η ψηφοφορία για την πολιτική πρωτοβουλία του SVP θα διεξαχθεί σε σχεδόν δύο εβδομάδες.
- Βασικός στόχος του σχεδίου είναι η αποτροπή υπέρβασης των 10 εκατομμυρίων κατοίκων έως το 2050.
- Το ποσοστό γεννήσεων ανά γυναίκα κατρακύλησε το 2024 στο ιστορικό χαμηλό του 1,29.
- Το 70% των σημερινών μεταναστευτικών ροών προέρχεται από χώρες με έντονο δημογραφικό πρόβλημα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ομοσπονδιακού Γραφείου Στατιστικής (Bundesamt für Statistik), το πληθυσμιακό όριο των δέκα εκατομμυρίων ενδέχεται να ξεπεραστεί ήδη γύρω στο 2040, ένα σενάριο που αποτελεί τον κεντρικό πυλώνα επιχειρηματολογίας των υποστηρικτών της πρότασης. Η πρωτοβουλία του κόμματος SVP επιδιώκει να θέσει ένα αυστηρό ανώτατο όριο στη μόνιμη κατοικία, προειδοποιώντας για τις σοβαρές επιπτώσεις από την υπερφόρτωση των υποδομών και την αλλοίωση του τοπίου. Ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος, Thomas Aeschi, ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «πρέπει να δράσουμε τώρα», εστιάζοντας στην αυξανόμενη έλλειψη στέγης, την απότομη άνοδο των ενοικίων και την πίεση που δέχονται τα δίκτυα μεταφορών. Παράλληλα, στελέχη της παράταξης αμφισβητούν ανοιχτά τις επίσημες κρατικές προβλέψεις, υποστηρίζοντας ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες έχουν υποτιμήσει επανειλημμένα τη δυναμική της πληθυσμιακής εξέλιξης κατά το παρελθόν.
Η ευρωπαϊκή συρρίκνωση και ο περιορισμός των μεταναστευτικών ροών
Στον αντίποδα αυτής της εκτίμησης, το ευρωπαϊκό στατιστικό γραφείο Eurostat σκιαγραφεί μια εντελώς διαφορετική προοπτική για το μέλλον, τοποθετώντας την επίτευξη του συγκεκριμένου ορόσημου περίπου το 2080. Η σημαντική αυτή διαφοροποίηση εδράζεται στο γεγονός ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων που μετεγκαθίστανται σήμερα προέρχεται από χώρες οι οποίες θα κληθούν σύντομα να διαχειριστούν τις δικές τους σοβαρές ελλείψεις εργατικού δυναμικού. Όπως επεσήμανε ο ειδικός επιστήμονας Hendrik Budliger, μέλος της επιτροπής εμπειρογνωμόνων του κρατικού γραφείου στατιστικής, η Ευρώπη συρρικνώνεται πληθυσμιακά εδώ και μία πενταετία, εξέλιξη που αναπόφευκτα θα περιορίσει τη δεξαμενή από την οποία αντλείται το εργατικό δυναμικό.
Ο αναλυτής εστίασε ιδιαίτερα στη ραγδαία αύξηση της ηλικιακής ομάδας των συνταξιούχων, υπογραμμίζοντας ότι ο πληθυσμός που βρίσκεται σε παραγωγική ηλικία αναμένεται να αυξηθεί μόλις κατά 4% έως το 2040. Η στασιμότητα αυτή στον αριθμό των διαθέσιμων εργαζομένων καθιστά εξαιρετικά απίθανο το ενδεχόμενο μιας ανεξέλεγκτης και διαρκούς πληθυσμιακής επέκτασης, καθώς οι χώρες προέλευσης των μεταναστών θα αναγκαστούν να εφαρμόσουν πολιτικές συγκράτησης του δικού τους ανθρώπινου κεφαλαίου.
Ο κίνδυνος της οικονομικής στασιμότητας από την υπογεννητικότητα
Η επιταχυνόμενη γήρανση της κοινωνίας τροφοδοτείται σε συντριπτικό βαθμό από τη δραματική πτώση των γεννήσεων, οι οποίες για το 2024 κατέγραψαν το χαμηλότερο επίπεδο όλων των εποχών. Αναλυτικότερα, ο μέσος όρος διαμορφώνεται στο 1,2 παιδί για τις Ελβετίδες και περίπου στο 1,5 για τις γυναίκες με ξένη υπηκοότητα, ποσοστά που υπολείπονται σε επικίνδυνο βαθμό του 2,1, του δείκτη δηλαδή που θεωρείται απολύτως απαραίτητος για τη φυσική αναπλήρωση ενός πληθυσμού χωρίς την προσθήκη νέων μεταναστών. Μπροστά σε αυτά τα μακροοικονομικά δεδομένα, ο Lukas Rühli από την οργάνωση Avenir Suisse προειδοποίησε ότι η συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού συνιστά μείζονα απειλή για τη διατήρηση του υψηλού βιοτικού επιπέδου.
Η έλλειψη διαθέσιμων χεριών συνεπάγεται άμεσα πτώση της προστιθέμενης αξίας στην οικονομία, γεγονός που δημιουργεί ένα δύσκολο σταυροδρόμι επιλογών για τη χώρα. Για την αντιστάθμιση αυτού του κενού, οι οικονομικοί αναλυτές εκτιμούν ότι απαιτείται είτε μια κατακόρυφη αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας, είτε η λήψη σκληρών δημοσιονομικών μέτρων, όπως η περαιτέρω αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, καθιστώντας την προσέλκυση νέων και άρτια καταρτισμένων μεταναστών μονόδρομο για την επιβίωση του συστήματος πρόνοιας.