Γερμανία – Αντιμέτωπη με μια ιστορικών διαστάσεων δημογραφική συρρίκνωση βρίσκεται η χώρα, καθώς τα νεότερα στατιστικά δεδομένα επιβεβαιώνουν την ταχύτατη γήρανση του πληθυσμού και την κατακόρυφη πτώση των γεννήσεων. Η εξέλιξη αυτή απειλεί ευθέως τη σταθερότητα των κοινωνικών δομών, μεταβάλλοντας δραματικά τις ισορροπίες μεταξύ ενεργών εργαζομένων και συνταξιούχων τις επόμενες δεκαετίες.
Η ασφυκτική πίεση στα ασφαλιστικά ταμεία και ο ρόλος της γενιάς των Babyboomer
Οι μακροπρόθεσμες προβολές των ειδικών αναδεικνύουν ένα εξαιρετικά δυσοίωνο μέλλον για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας και υγείας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία (Statistisches Bundesamt), το ποσοστό των ηλικιωμένων αναμένεται να αυξηθεί κατακόρυφα, εντείνοντας την οικονομική πίεση στα ασφαλιστικά ταμεία.
Επί του παρόντος, η γενιά που γεννήθηκε τη δεκαετία του 1960 βρίσκεται στη φάση μετάβασης προς τη συνταξιοδότηση, αφαιρώντας εκατομμύρια έμπειρα στελέχη από τον ενεργό επαγγελματικό στίβο. Όπως εξήγησε ο Karsten Lummer, επικεφαλής του τμήματος πληθυσμού της υπηρεσίας, η αναλογία σήμερα ανέρχεται σε 33 συνταξιούχους για κάθε 100 άτομα σε παραγωγική ηλικία, ενώ μέχρι το 2035 περίπου το ένα τέταρτο του συνολικού πληθυσμού θα έχει ξεπεράσει το 67ο έτος της ηλικίας του.
Παράλληλα, μέχρι το 2050 ο αριθμός των ατόμων ηλικίας άνω των 80 ετών θα εκτοξευθεί από τα έξι στα εννέα εκατομμύρια, δημιουργώντας τεράστιες, πρωτόγνωρες ανάγκες στον τομέα της καθημερινής περίθαλψης. Είναι ενδεικτικό ότι το 40% αυτής της ηλικιακής ομάδας εξαρτάται ήδη από υπηρεσίες φροντίδας, με τις ανάγκες για εξειδικευμένο νοσηλευτικό προσωπικό να αναμένεται να φτάσουν τις 690.000 θέσεις έως το 2049, από μόλις 280.000 που είναι σήμερα.
Ο οικονομολόγος Joachim Ragnitz από το ifo-Institut στη Δρέσδη κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας πως οι στρατηγικές αποφάσεις για την υγεία και την περίθαλψη πρέπει να λάβουν άμεσα υπόψη αυτή τη δομική αλλαγή, προκειμένου να αποφευχθεί η κατάρρευση του συστήματος. Από την πλευρά του, ο κρατικός μηχανισμός επικρίνεται έντονα για τη διατήρηση ενός πλαισίου παροχών που λειτουργεί σαν να υπήρχαν ακόμη υψηλά ποσοστά γεννητικότητας.
Τα οικονομικά εμπόδια που «παγώνουν» τη δημιουργία οικογένειας στους νέους
Η ρίζα του δημογραφικού προβλήματος εντοπίζεται στην κατακόρυφη πτώση της γεννητικότητας, η οποία απέχει πλέον δραματικά από το αναγκαίο ποσοστό φυσικής αναπλήρωσης. Ενώ ο δείκτης γεννήσεων θα έπρεπε να βρίσκεται στο 2,1 για να διατηρηθεί σταθερός ο πληθυσμός, τα επίσημα δεδομένα δείχνουν ότι περιορίζεται μόλις στο 1,35 παιδί ανά γυναίκα στη γερμανική επικράτεια.
Η εικόνα αποτυπώνεται καθαρά στους απόλυτους αριθμούς, καθώς κατά τη διάρκεια του 2025 καταγράφηκαν μόλις 650.000 γεννήσεις, έναντι 677.000 το προηγούμενο έτος, με τους ετήσιους θανάτους να παραμένουν σταθερά στο ένα εκατομμύριο. Αυτό είχε ως άμεσο αποτέλεσμα ο συνολικός πληθυσμός στα τέλη του 2025 να διαμορφωθεί στα 83,5 εκατομμύρια, μειωμένος κατά 100.000 άτομα σε σχέση με τις μετρήσεις του 2024. Η διευθύντρια του Ομοσπονδιακού Ινστιτούτου Πληθυσμιακών Ερευνών (Bundesinstitut für Bevölkerungsforschung), C. Katharina Spieß, σημείωσε κατά την παρουσίαση των αναλυτικών στοιχείων ότι η επιθυμία για απόκτηση παιδιών παραμένει ισχυρή στους νέους 19 έως 29 ετών, οι οποίοι δηλώνουν ότι ιδανικά θα ήθελαν 2,4 παιδιά κατά μέσο όρο.
Ωστόσο, η υλοποίηση αυτού του στόχου προσκρούει μετωπικά στη σκληρή οικονομική πραγματικότητα. Η έλλειψη διαθέσιμων και προσιτών κατοικιών, η ραγδαία αύξηση των ενοικίων στα μεγάλα αστικά κέντρα και οι εξαιρετικά ανεπαρκείς δομές φύλαξης παιδιών, σε συνδυασμό με τον διάχυτο φόβο της οικονομικής υποβάθμισης λόγω της αναγκαστικής μείωσης των ωρών εργασίας, καθιστούν τη δημιουργία οικογένειας απαγορευτική για ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας. Οι επίσημες προβλέψεις της στατιστικής υπηρεσίας, οι οποίες εκτείνονται μέχρι το 2070, προδιαγράφουν μια δυνητική συρρίκνωση του συνολικού πληθυσμού που θα μπορούσε να αγγίξει το δέκα τοις εκατό.
Η εξάρτηση από τη μετανάστευση και οι προκλήσεις της εργασιακής ενσωμάτωσης
Ιστορικά, η χώρα βασίστηκε στις συνεχείς μεταναστευτικές ροές για να εξισορροπήσει τη χαμηλή εγχώρια γεννητικότητα, υποδεχόμενη περίπου έντεκα εκατομμύρια αλλοδαπούς πολίτες από το 1990 και έπειτα. Τα μεγαλύτερα κύματα σημειώθηκαν την περίοδο 2015-2016 και ακολούθως μετά το 2022, κυρίως λόγω των πολεμικών συγκρούσεων σε εστίες όπως η Συρία και η Ουκρανία. Εντούτοις, η άμεση και ομαλή ένταξη αυτών των πληθυσμών στην αγορά εργασίας αποδεικνύεται στην πράξη εξαιρετικά περίπλοκη διαδικασία.
Ο καθηγητής οικονομικών Martin Werding επιρρίπτει σαφείς ευθύνες στον κρατικό μηχανισμό, αναφέροντας πως οι εθνικές διαδικασίες επικεντρώνονται σε υπερβολικό βαθμό στην εκμάθηση της γλώσσας και στον χρονοβόρο έλεγχο των υφιστάμενων πτυχίων, αντί να προωθούν την άμεση επαγγελματική απορρόφηση των νεοεισερχόμενων. Επίσημα στοιχεία του Ινστιτούτου Έρευνας Αγοράς Εργασίας και Επαγγελμάτων (Institut für Arbeitsmarkt- und Berufsforschung) καταδεικνύουν ότι, δέκα χρόνια μετά το πρώτο μεγάλο προσφυγικό κύμα, σχεδόν τα δύο τρίτα των ατόμων έχουν πλέον ενταχθεί στην εργασία. Αντίθετα, το ποσοστό απασχόλησης για τον γυναικείο κυρίως πληθυσμό που κατέφθασε πρόσφατα από την Ουκρανία κυμαίνεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, φτάνοντας μόλις το 31%.
Η ουκρανική κοινότητα αποτελεί πλέον τη δεύτερη μεγαλύτερη ομάδα αλλοδαπών πολιτών στη χώρα, αμέσως μετά την τουρκική. Ένα σημαντικό ποσοστό της τάξης του 42% δηλώνει πλέον πρόθεση μόνιμης εγκατάστασης, αν και η αβεβαιότητα για το μέλλον παραμένει διάχυτη, ειδικά ανάμεσα στα νεότερα μέλη των οικογενειών. Τα διάφορα επιστημονικά σενάρια που επεξεργάζονται οι κρατικοί φορείς καταλήγουν στο αποθαρρυντικό συμπέρασμα ότι τα κύματα μετανάστευσης μπορούν μόνο να αμβλύνουν επιφανειακά, αλλά σε καμία περίπτωση να λύσουν οριστικά το θεμελιώδες πρόβλημα της έλλειψης εισφορών στα ταμεία.
Μπροστά σε αυτή την αδυσώπητη πραγματικότητα, οι ειδικοί της στατιστικής υπηρεσίας υπογραμμίζουν την αναγκαιότητα ριζικής αλλαγής στον τρόπο ζωής των πολιτών, προκρίνοντας τη σωματική άσκηση και τη μείωση της κατανάλωσης αλκοόλ και καπνού ως τα μόνα άμεσα μέσα για τη διατήρηση της μακροβιότητας και της λειτουργικότητας σε μεγάλες ηλικίες.