Σαξονία – Αθωωτική απόφαση για μια υπόθεση που ξεκίνησε με ένα πακέτο τσιγάρα σε σουπερμάρκετ το 2003 εξέδωσε το Περιφερειακό Δικαστήριο του Τσβίκαου, απορρίπτοντας την έφεση της εισαγγελίας 23 χρόνια μετά το περιστατικό. Ο κατηγορούμενος είχε επιστρέψει τα τσιγάρα στο ράφι, όμως ένα φερόμενο σπρώξιμο πελάτισσας είχε οδηγήσει σε κατηγορία για ληστρική κλοπή. Η εισαγγελία εξετάζει ακόμη εάν θα προσβάλει και τη δεύτερη αθωωτική απόφαση.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Το περιστατικό έγινε στις 20 Φεβρουαρίου 2003 και η υπόθεση επανήλθε όταν ο άνδρας ελέγχθηκε στο αεροδρόμιο του Μονάχου τα Χριστούγεννα του 2019.
- Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τον αθώωσε τον Απρίλιο του 2026 και το Περιφερειακό Δικαστήριο του Τσβίκαου επιβεβαίωσε την αθώωση.
- Η εισαγγελία ζητούσε ποινή φυλάκισης έξι μηνών με αναστολή, ενώ ο συνήγορος εκτίμησε μόνο το κόστος της έφεσης σε τουλάχιστον 1.500 ευρώ.
Από το σουπερμάρκετ του 2003 στο δικαστήριο του 2026
Η ιστορία άρχισε στις 20 Φεβρουαρίου 2003 σε κατάστημα Edeka στην οδό Südstraße του Hohenstein-Ernstthal, στη Σαξονία. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ένας άνδρας που συνόδευε τον τότε 35χρονο Mihai L. έκρυψε αρκετά πακέτα τσιγάρων μέσα στη σαλοπέτα του, ενώ ο ίδιος ο L. παραδέχθηκε ότι είχε πάρει ένα πακέτο. Όταν ο συνοδός του έγινε αντιληπτός, ο L. επέστρεψε το δικό του πακέτο στη θέση του.
Η υπόθεση δεν σταμάτησε εκεί. Κατά την προσπάθειά του να βγει από το κατάστημα, φέρεται να έσπρωξε μία πελάτισσα κοντά στο ταμείο. Ο άλλος άνδρας διέφυγε, ενώ δύο εργάτες οικοδομής σταμάτησαν έξω από το κατάστημα τον Mihai L., ο οποίος δεν είχε πάνω του κλεμμένα προϊόντα, και τον παρέδωσαν στην αστυνομία.
Ο κατηγορούμενος, σήμερα 58 ετών, εργάζεται εδώ και χρόνια ως οδηγός φορτηγού και, σύμφωνα με το διαθέσιμο ιστορικό της υπόθεσης, δεν έχει προηγούμενες καταδίκες. Παραδέχθηκε ότι η συμπεριφορά του τότε ήταν λανθασμένη, αποδίδοντάς την στην ανωριμότητα της ηλικίας του.
Η παλιά δικογραφία εμφανίστηκε στον έλεγχο του Μονάχου
Μετά το περιστατικό ο L. έφυγε από τη Γερμανία και δεν μπορούσε να εντοπιστεί, με αποτέλεσμα οι ανακριτικές ενέργειες να διακοπούν προσωρινά. Τα Χριστούγεννα του 2019, όμως, κατά την είσοδό του στη χώρα μέσω του αεροδρομίου του Μονάχου, αστυνομικός έλεγχος ανέδειξε την εκκρεμή υπόθεση στο πληροφοριακό σύστημα.
Η διαδικασία ενεργοποιήθηκε εκ νέου και το 2020 η εισαγγελία απήγγειλε κατηγορία για από κοινού ληστρική κλοπή. Η πρώτη δίκη πραγματοποιήθηκε τελικά έξι χρόνια αργότερα, τον Απρίλιο του 2026, στο τοπικό δικαστήριο του Hohenstein-Ernstthal. Το δικαστήριο αθώωσε τον L., κρίνοντας ότι η απλή κλοπή είχε παραγραφεί και ότι δεν αποδεικνυόταν το φερόμενο σπρώξιμο που θα μπορούσε να θεμελιώσει τη βαρύτερη κατηγορία.
Η εισαγγελία δεν αποδέχθηκε την πρωτόδικη κρίση και άσκησε έφεση. Έτσι, η υπόθεση οδηγήθηκε στο Περιφερειακό Δικαστήριο του Τσβίκαου, παρά την απόσταση περισσότερων από δύο δεκαετιών από το αρχικό περιστατικό.
Οι μάρτυρες είχαν πεθάνει και το κατάστημα είχε κλείσει
Στη δεύτερη δίκη η αποδεικτική διαδικασία βρέθηκε αντιμέτωπη με τις συνέπειες του χρόνου. Η ταμίας και η πελάτισσα που, κατά την κατηγορία, είχε δεχθεί το σπρώξιμο είχαν στο μεταξύ πεθάνει, ενώ το συγκεκριμένο κατάστημα Edeka δεν λειτουργούσε πλέον. Ακόμη και ο κατηγορούμενος δεν θυμόταν με βεβαιότητα το σημείο, τοποθετώντας το περιστατικό μάλλον στο Limbach-Oberfrohna.
Παρά τις δυσκολίες, ο ανώτερος εισαγγελέας Dietrich ζήτησε ποινή φυλάκισης έξι μηνών με αναστολή. Έπειτα από ακροαματική διαδικασία διάρκειας λίγο μεγαλύτερης των δύο ωρών, ο δικαστής Torsten Sommer απέρριψε την έφεση και διατήρησε την αθώωση. Εξήγησε ότι, έπειτα από 23 χρόνια, το δικαστήριο δεν μπορούσε να ανασυνθέσει πέραν εύλογης αμφιβολίας όσα είχαν συμβεί ούτε να εξακριβώσει εάν η επίμαχη σωματική επαφή συνιστούσε βία.
Ο δικηγόρος υπεράσπισης Andreas Kohn άσκησε κριτική στη συνέχιση της διαδικασίας, υπολογίζοντας ότι μόνο η εκδίκαση της έφεσης, με δικαστή, ενόρκους-λαϊκούς δικαστές, διερμηνέα και δικηγόρους, κόστισε τουλάχιστον 1.500 ευρώ, ποσό που, όπως επισήμανε, επιβαρύνει τους φορολογουμένους.
Η δικαστική καθυστέρηση και το ενδεχόμενο νέας προσφυγής
Η μακρά πορεία της συγκεκριμένης υπόθεσης καταγράφεται σε μια περίοδο πιέσεων για τη γερμανική ποινική δικαιοσύνη. Σύμφωνα με τη Γερμανική Ένωση Δικαστών, στα μέσα του 2026 εκκρεμούσαν στις εισαγγελικές αρχές περισσότερες από 1,1 εκατομμύριο έρευνες. Κατά το προηγούμενο έτος, 50 πρόσωπα που θεωρούνταν ύποπτα για σοβαρά αδικήματα αφέθηκαν ελεύθερα από την προσωρινή κράτηση επειδή οι διαδικασίες τους είχαν διαρκέσει υπερβολικά πολύ.
Η δεύτερη αθώωση δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι η δικαστική διαδρομή έχει κλείσει οριστικά. Ο ανώτερος εισαγγελέας Dietrich δήλωσε ότι εξετάζεται το ενδεχόμενο νέας προσφυγής κατά της απόφασης. Ο Mihai L., στο μεταξύ, γιόρτασε την αθώωσή του καπνίζοντας ένα τσιγάρο, διευκρινίζοντας ότι το είχε αγοράσει στην Τσεχία.