Γερμανία – Η πρόσφατη πανεθνική βλάβη στο σύστημα επικοινωνιών που καθήλωσε τα τρένα της Deutsche Bahn από το Αμβούργο έως το Μόναχο έφερε ξανά στο προσκήνιο τα δομικά προβλήματα του γερμανικού σιδηροδρομικού δικτύου. Η σημερινή κρίση, που ταλαιπωρεί καθημερινά εκατομμύρια επιβάτες με καθυστερήσεις και ακυρώσεις, αποτελεί το άμεσο αποτέλεσμα λανθασμένων επιχειρηματικών στρατηγικών και μακροχρόνιας υποχρηματοδότησης των τελευταίων τριών δεκαετιών.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Επενδύσεις ύψους 107 δισεκατομμυρίων ευρώ για τον εκσυγχρονισμό έως το 2029.
- Το ποσοστό ακρίβειας των δρομολογίων έπεσε στο 60,1% την περασμένη χρονιά.
- Τα συσσωρευμένα χρέη του ομίλου ξεπερνούν πλέον τα 30 δισεκατομμύρια ευρώ.
Το παρωχημένο σύστημα GSM-R
Το ψηφιακό ραδιοφωνικό σύστημα GSM-R (“Global System for Mobile Communications – Railway”) είναι άνω των 20 ετών, ωστόσο αποτελεί το πρότυπο σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Ένα σύστημα διαδόχου, το FRMCS (Future Railway Mobile Communication System), βρίσκεται σε εξέλιξη και θα βασίζεται στην τεχνολογία 5G, αλλά αναμένεται να αναπτυχθεί πλήρως μέχρι το 2035. Η αναβάθμιση απαιτεί τεράστιο κόστος, που εκτιμάται έως 2,4 δισεκατομμύρια ευρώ για τη μετατροπή 21.000 οχημάτων στη Γερμανία.
Επιπτώσεις στις εμπορευματικές μεταφορές
Ενώ η Deutsche Bahn υποστηρίζει ότι η επιβατική κίνηση έχει ομαλοποιηθεί, οι ανταγωνιστές στις εμπορευματικές μεταφορές επισημαίνουν συνεχείς καθυστερήσεις. «Η κατάσταση είναι εξαιρετικά τεταμένη», δήλωσε η Neele Wesseln, διευθύνουσα σύμβουλος του ανταγωνιστικού ομίλου Die Güterbahnen. «Περίπου τα μισά εμπορευματικά μας τρένα, που είναι διασκορπισμένα σε όλη τη χώρα και στα σύνορα, εξακολουθούν να βρίσκονται σε στάση. Θα χρειαστούν ημέρες για να ξεκαθαρίσει αυτή η λογιστική καθυστέρηση».
Η ιστορική αφετηρία των προβλημάτων
Η πορεία προς τη σημερινή δυσλειτουργική πραγματικότητα ξεκίνησε το 1994, όταν η δυτικογερμανική Bundesbahn και η ανατολικογερμανική Reichsbahn συγχωνεύτηκαν, δημιουργώντας την Deutsche Bahn AG. Η πολιτική ηγεσία της εποχής επέλεξε ένα νέο μοντέλο λειτουργίας, διατηρώντας μεν την εταιρεία υπό κρατικό έλεγχο, αλλά απαιτώντας να λειτουργεί με αυστηρά ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Στο τραπέζι είχε πέσει ακόμη και το ενδεχόμενο εισαγωγής στο χρηματιστήριο, με την προσδοκία ότι μεγάλο μέρος του σιδηροδρομικού έργου θα μπορούσε να γίνει σύντομα κερδοφόρο.
Στροφή στις διεθνείς αγορές και παραμέληση υποδομών
Ενώ διοχετεύονταν σημαντικά κεφάλαια για νέες συνδέσεις μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας, το υφιστάμενο δίκτυο αφέθηκε σταδιακά χωρίς επαρκή συντήρηση. Παλαιά συστήματα σηματοδότησης άρχισαν να καταρρέουν υπό το βάρος του χρόνου. Η κατάσταση επιδεινώθηκε ραγδαία από το 1999, όταν υπό τη διοίκηση του Hartmut Mehdorn, η στρατηγική του ομίλου άλλαξε δραστικά. Η Deutsche Bahn επιχείρησε να μετατραπεί σε έναν διεθνή κολοσσό μεταφορών, στρέφοντας τις επενδύσεις της στο εξωτερικό, ενώ τα εγχώρια έργα αναβάθμισης έμπαιναν συστηματικά σε δεύτερη μοίρα.
Οικονομικές απώλειες και πτώση της αξιοπιστίας
Προκειμένου να χρηματοδοτήσει τη διεθνή της επέκταση, η εταιρεία προχώρησε σε εκτεταμένες πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων και ακινήτων. Ωστόσο, οι φιλόδοξες επιχειρηματικές κινήσεις δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα οφέλη. Παρότι το 1994 η εταιρεία είχε απαλλαγεί από ιστορικά χρέη ύψους 34 δισεκατομμυρίων ευρώ, σύντομα βρέθηκε ξανά υπερχρεωμένη, με τις συνολικές οφειλές να ξεπερνούν σήμερα τα 30 δισεκατομμύρια. Αυτή η οικονομική αιμορραγία είχε άμεσο αντίκτυπο στην αξιοπιστία των δρομολογίων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ το 2004 το 84,3% των τρένων μεγάλων αποστάσεων έφτανε στην ώρα του, το περασμένο έτος το ποσοστό αυτό κατακρημνίστηκε στο 60,1%.
Το σχέδιο διάσωσης και οι μελλοντικές προκλήσεις
Για την αναστροφή αυτής της πτωτικής πορείας, η γερμανική κυβέρνηση έχει εξαγγείλει ένα κολοσσιαίο πρόγραμμα αναβάθμισης. Μέχρι το 2029 αναμένεται να επενδυθούν 107 δισεκατομμύρια ευρώ για την πλήρη ανακατασκευή των κρίσιμων κόμβων του σιδηροδρομικού δικτύου. Ωστόσο, η αναγκαία υλοποίηση αυτών των έργων θα απαιτήσει πολύμηνες διακοπές κυκλοφορίας σε κεντρικούς άξονες της χώρας, επιβαρύνοντας περαιτέρω τους επιβάτες οι οποίοι καλούνται να υπομείνουν τις συνέπειες των καθυστερήσεων μέχρι την ολοκλήρωση των εργασιών.