Βερολίνο – Η δεκαετία του 1980 έχει επανέλθει δυναμικά στο προσκήνιο, όχι μόνο ως αισθητική τάση στη μόδα και την ποπ κουλτούρα, αλλά και ως σημείο αναφοράς για την ποιότητα ζωής στη συλλογική μνήμη της γερμανικής κοινωνίας.
Νέα ευρήματα καταδεικνύουν πως για την πλειονότητα των πολιτών, εκείνη η εποχή δεν αντιπροσωπεύει απλώς μια νεανική ανάμνηση, αλλά μια περίοδο όπου η καθημερινότητα στην τότε Δυτική Γερμανία θεωρείται ανώτερη συγκριτικά με τις σύγχρονες συνθήκες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνα της Infratest dimap για λογαριασμό του τηλεοπτικού δικτύου ARD, η γερμανική κοινή γνώμη εμφανίζεται διχασμένη, με το ζύγι όμως να γέρνει σαφώς υπέρ του παρελθόντος.
Το 52% των συμμετεχόντων εκφράζει την πεποίθηση ότι η ζωή στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά τη δεκαετία του ’80 ήταν καλύτερη από τη σημερινή.
Στον αντίποδα, μόλις το 23% των ερωτηθέντων διαφωνεί με αυτή την τοποθέτηση, υποστηρίζοντας το αντίθετο.
Το πολιτικό υπόβαθρο της νοσταλγίας
Η ανάλυση των στοιχείων αποκαλύπτει πως η τάση εξιδανίκευσης του παρελθόντος δεν είναι οριζόντια, αλλά παρουσιάζει έντονες διαφοροποιήσεις ανάλογα με την πολιτική ταυτότητα των ερωτηθέντων.
Η νοσταλγία για τα χρόνια της διακυβέρνησης του Χέλμουτ Σμιτ και του Χέλμουτ Κολ φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ισχυρή στους ψηφοφόρους με συντηρητικό προσανατολισμό.
Συγκεκριμένα, το ποσοστό εκείνων που θεωρούν τη δεκαετία του ’80 ως μια καλύτερη εποχή εκτοξεύεται στο 68% μεταξύ των υποστηρικτών της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία» (AfD).
Παρόμοια εικόνα, αν και με μικρότερη ένταση, καταγράφεται και στη βάση της κεντροδεξιάς παράταξης, όπου το 55% συμμερίζεται την άποψη περί ανωτερότητας του παρελθόντος. Αντιθέτως, στους ψηφοφόρους των Πρασίνων και της Αριστεράς, η νοσταλγία υποχωρεί σημαντικά, με μόλις έναν στους τρεις να συμφωνεί με τη συγκεκριμένη θεώρηση.
Ο ψυχολογικός μηχανισμός της μνήμης
Πέρα από τις πολιτικές προεκτάσεις, ειδικοί επισημαίνουν πως η τάση αυτή εδράζεται σε βαθύτερους ψυχολογικούς μηχανισμούς.
Ο Thomas Kliche, ψυχολόγος και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μαγδεμβούργου, εξηγεί πως η εξιδανίκευση του παρελθόντος αποτελεί μια θεμελιώδη ανθρώπινη ανάγκη.
Η διαδικασία της μνήμης τείνει να φιλτράρει τις αρνητικές εμπειρίες και να συγκρατεί τις θετικές, δημιουργώντας μια ωραιοποιημένη εικόνα που συχνά ταυτίζεται με τη νεανική ηλικία του ατόμου, μια περίοδο συνυφασμένη με τον δυναμισμό και την ανακάλυψη.
Το φαινόμενο αυτό ενισχύεται περαιτέρω από τη σύγχρονη ψηφιακή κουλτούρα. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κυκλοφορούν βίντεο, συχνά με τη συνδρομή τεχνητής νοημοσύνης, που αναπαράγουν μια επιλεκτική πραγματικότητα.
Προβάλλουν, για παράδειγμα, τις χαμηλές τιμές της εποχής – όπως το εισιτήριο του κινηματογράφου στα τρία μάρκα – παραλείποντας ωστόσο το κρίσιμο πλαίσιο των οικονομικών μεγεθών της εποχής, όπως τα σημαντικά χαμηλότερα εισοδήματα και το περιορισμένο αγοραστικό κοινό σε άλλους τομείς.
Δικαίωση των πολιτών για τις υποδομές
Παρά την ψυχολογική διάσταση, η έρευνα αναδεικνύει και αντικειμενικά προβλήματα του παρόντος, τα οποία προσδίδουν βάση στη δυσαρέσκεια των πολιτών.
Όταν οι ερωτηθέντες καλούνται να προσδιορίσουν τους τομείς υπεροχής της δεκαετίας του ’80, το 63% εστιάζει στη λειτουργία των δημόσιων συγκοινωνιών και την ποιότητα των υποδομών.
Η αίσθηση αυτή δεν αποτελεί απλώς προϊόν νοσταλγίας, αλλά επιβεβαιώνεται από τεχνοκράτες.
Ο Marcel Fratzscher, πρόεδρος του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών (DIW), σημειώνει πως η αντίληψη των πολιτών ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, εδώ και τρεις δεκαετίες οι καθαρές επενδύσεις του γερμανικού κράτους κινούνται σε αρνητικά επίπεδα.
Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι οι δαπάνες δεν επαρκούν ούτε καν για τη συντήρηση των υφιστάμενων υποδομών, οδηγώντας σε σταδιακή απαξίωση του δικτύου μεταφορών και των δημόσιων εγκαταστάσεων.
Το ζήτημα της κοινωνικής κινητικότητας
Ένα δεύτερο κρίσιμο πεδίο όπου το παρελθόν αξιολογείται θετικότερα αφορά τις ευκαιρίες ανέλιξης.
Το 59% των συμμετεχόντων στην έρευνα υποστηρίζει ότι κατά τη δεκαετία του ’80 υπήρχαν περισσότερες δυνατότητες για οικονομική και κοινωνική βελτίωση σε σχέση με σήμερα.
Η εκτίμηση αυτή βρίσκει σύμφωνο και τον Marcel Fratzscher, ο οποίος αναλύει τη δομική αλλαγή στην οικονομία.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής του DIW, η σχέση μεταξύ της καταγωγής και της επαγγελματικής επιτυχίας έχει γίνει πιο άκαμπτη.
Σήμερα, η δυνατότητα ενός νέου να αποκτήσει υψηλή επαγγελματική κατάρτιση και ικανοποιητικό εισόδημα εξαρτάται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από το μορφωτικό και οικονομικό υπόβαθρο των γονέων του, συγκριτικά με την κατάσταση που επικρατούσε πριν από 40 χρόνια, επιβεβαιώνοντας πως η «κοινωνική σκάλα» έχει γίνει πιο δυσπρόσιτη για τα χαμηλότερα στρώματα.