Βέλγιο – Μια σταθερά πτωτική πορεία καταγράφει το αίσθημα ικανοποίησης και ευημερίας των πολιτών, καθώς οι αλλεπάλληλες διεθνείς κρίσεις των τελευταίων ετών αφήνουν πλέον ξεκάθαρο αποτύπωμα στην καθημερινότητα.
Η ετήσια εθνική έρευνα για την ευτυχία, η οποία διεξάγεται από το Πανεπιστήμιο της Γάνδης (UGent) σε συνεργασία με την ασφαλιστική εταιρεία NN, αποκαλύπτει μια αξιοσημείωτη υποχώρηση του γενικού δείκτη.
Ειδικότερα, η μέση βαθμολογία διαμορφώθηκε στο 6,53 με άριστα το 10, σημειώνοντας πτώση για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά σε σύγκριση με το 6,58 του 2025, ενώ απέχει αισθητά από το υψηλό 6,73 που είχε καταγραφεί στις αρχές του 2020.
Σε γεωγραφικό επίπεδο ωστόσο, η πρωτεύουσα αναδεικνύεται ως ο μεγάλος νικητής της σχετικής στατιστικής μέτρησης.
Οι κάτοικοι της περιφέρειας των Βρυξελλών δηλώνουν τα υψηλότερα επίπεδα ευτυχίας σε εθνικό επίπεδο, συγκεντρώνοντας βαθμολογία 6,62.
Σε απόσταση αναπνοής ακολουθεί η περιοχή της Φλάνδρας με 6,61, ενώ η Βαλλωνία καταγράφει αισθητά χαμηλότερες επιδόσεις, συγκεντρώνοντας μόλις 6,36.
Αυτή η γεωγραφική κατανομή υποδεικνύει ότι το περιβάλλον διαβίωσης και οι ευκαιρίες των μεγάλων αστικών κέντρων διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της θετικής ψυχολογίας.
Η επιρροή της απασχόλησης στην ποιότητα ζωής
Πέρα από τις χωρικές διαφοροποιήσεις, η φετινή έρευνα, η οποία βασίστηκε σε αντιπροσωπευτικό δείγμα 1.572 ατόμων τον Ιανουάριο, φέρνει στο φως μια ιστορική ανατροπή στα δημογραφικά δεδομένα.
Για πρώτη φορά στα χρονικά της συγκεκριμένης μελέτης που τρέχει από το 2017, η πληθυσμιακή ομάδα των συνταξιούχων δεν καταγράφει υψηλότερα επίπεδα ευτυχίας σε σχέση με τον ενεργό εργασιακά πληθυσμό.
Το γεγονός αυτό αντανακλά την αυξανόμενη πίεση που δέχονται οι μεγαλύτερες ηλικίες στη διαχείριση της σύγχρονης καθημερινότητας.
Την ίδια στιγμή, το χάσμα διευρύνεται δραματικά για τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, υπογραμμίζοντας τη σημασία της επαγγελματικής αποκατάστασης για την ψυχική υγεία.
Τα άτομα που βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας συγκεντρώνουν τις χαμηλότερες βαθμολογίες στον δείκτη ευημερίας.
Οι άνεργοι περιορίζονται στο 5,32, ενώ όσοι δηλώνουν ανίκανοι προς εργασία καταγράφουν το απόλυτο αρνητικό ρεκόρ με 5,13, αποδεικνύοντας πόσο έντονα επιδρά η εργασιακή ρουτίνα στην αυτοπεποίθηση.
Οι εκτιμήσεις των ακαδημαϊκών και οι προκλήσεις
Αναλύοντας τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των ευρημάτων, η ακαδημαϊκή κοινότητα εστιάζει στις εξωτερικές πιέσεις.
Σύμφωνα με τις τοποθετήσεις της ερευνήτριας Sara Claes, η βελτίωση που παρατηρήθηκε στην ψυχολογία του κόσμου αμέσως μετά την πανδημία, οφειλόταν αποκλειστικά στην επανασύνδεση των κοινωνικών δικτύων.
Η ίδια εξήγησε ότι η τρέχουσα πτωτική τάση πηγάζει από το ρευστό γεωπολιτικό σκηνικό και τη συνεχιζόμενη οικονομική αβεβαιότητα, τονίζοντας ότι η ατομική ευημερία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.
Από την πλευρά του, ο καθηγητής Lieven Annemans επικεντρώνεται στις βαθύτερες αιτίες που οδηγούν τους ανέργους σε τόσο χαμηλά επίπεδα ικανοποίησης, αποσυνδέοντας το φαινόμενο από τα στενά οικονομικά κριτήρια.
Όπως επισήμανε, η απουσία εργασίας στερεί από το άτομο την αίσθηση της αυτονομίας, προκαλώντας του ταυτόχρονα ένα αίσθημα μειωμένης ικανότητας και έλλειψης νοήματος.
Καταλήγοντας, χαρακτήρισε τη διαχείριση αυτής της συνθήκης ως μια μείζονα πρόκληση για τη χάραξη πολιτικής, τόσο στον τομέα της πρόληψης όσο και στην κατεύθυνση της επανένταξης.