Βήχας, καταρροή, πυρετός και ξανά από την αρχή: σε πολλές οικογένειες στη Γερμανία η καθημερινότητα σε παιδικούς σταθμούς και σχολεία μοιάζει με ατελείωτη «αλυσίδα» ιώσεων. Ο πρόεδρος των παιδιάτρων, δρ. Μίχαελ Χούμπμαν, επιχειρεί να βάλει τα πράγματα σε πλαίσιο, λέγοντας ότι για το φθινόπωρο και τον χειμώνα αυτό το μοτίβο είναι συχνά αναμενόμενο.
Όπως εξηγεί, η εικόνα δεν είναι ίδια σε όλη τη χώρα και μπορεί να διαφέρει έντονα από περιοχή σε περιοχή. Ως πρακτικό δείκτη της συνολικής κυκλοφορίας ιών αναφέρει τη «ιική επιβάρυνση» στα λύματα: σε ορισμένες πόλεις η επιβάρυνση για RSV, γρίπη και κορωνοϊό εμφανίζεται ήδη υψηλή, ενώ σε άλλες παραμένει συγκριτικά χαμηλότερη. Αυτό, στην πράξη, μεταφράζεται σε διαφορετική πίεση στα παιδιά και στις σχολικές/προσχολικές κοινότητες.
Η καθημερινή αυτή επανάληψη είναι κουραστική και νευρική για τους γονείς, όμως κατά κανόνα δεν είναι από μόνη της ανησυχητική. Ο ίδιος αναφέρει ως φυσιολογικό εύρος για τα μικρά παιδιά περίπου τέσσερις έως δέκα λοιμώξεις ανά σεζόν, ειδικά όταν αλλάζουν οι κοινωνικές ομάδες του παιδιού. Μεταβάσεις όπως από την Kita στη Grundschule ή από το δημοτικό στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση συνδέονται συχνά με αύξηση των λοιμώξεων, λόγω νέων επαφών και νέων εκθέσεων σε παθογόνα.
Γιατί οι γονείς νιώθουν ότι το παιδί «δεν γίνεται ποτέ καλά»
Ένα βασικό σημείο που τονίζει ο παιδίατρος είναι ότι συνήθως δεν πρόκειται για «μια ίωση που κολλάει αμέσως στην άλλη» χωρίς κενό. Συχνά δημιουργείται η εντύπωση της μόνιμης ασθένειας επειδή τα συμπτώματα, ειδικά τους μήνες φθινοπώρου και χειμώνα, δεν εξαφανίζονται πλήρως και γρήγορα. Η καταρροή ή ο βήχας μπορεί να επιμένουν ως υπολείμματα μετά από μια οξεία λοίμωξη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπάρχει ενεργό νέο επεισόδιο.
Αυτή η «φάση υπολειμματικών συμπτωμάτων» είναι ενοχλητική, αλλά δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με συνεχιζόμενη οξεία νόσο. Το αποτέλεσμα είναι οι γονείς να αισθάνονται πως το παιδί είναι συνεχώς άρρωστο, ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να υπάρχουν μεσοδιαστήματα με βελτιωμένη γενική κατάσταση και μόνο ήπια υπολειμματική ενόχληση. Για τους γονείς αυτό έχει σημασία και πρακτικά, επειδή το ερώτημα δεν είναι μόνο «τι έχει», αλλά και «αν μπορεί να επιστρέψει με ασφάλεια στο καθημερινό πρόγραμμα».
Πότε επιστρέφει παιδί σε σχολείο ή παιδικό σταθμό
Σύμφωνα με τον δρ. Χούμπμαν, σε αυτές τις περιόδους με ήπια υπολειμματικά συμπτώματα πολλά παιδιά μπορούν να επιστρέψουν στην Kita ή στο σχολείο. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου, αν το ανοσοποιητικό δείχνει εμφανώς εξαντλημένο, μπορεί να είναι χρήσιμη μια μεγαλύτερη ανάπαυση, επειδή τότε αυξάνεται ο κίνδυνος να «κολλήσει» πιο εύκολα το επόμενο επεισόδιο. Η απόφαση, όπως σημειώνει, πρέπει να λαμβάνεται εξατομικευμένα σε συνεννόηση με τον παιδίατρο.
Ο κανόνας που δεν σηκώνει παρερμηνείες είναι ο πυρετός: παιδί με πυρετό δεν πηγαίνει σε Kita ή σχολείο. Ως πρακτική κατεύθυνση αναφέρει ότι περίπου δύο ημέρες μετά την υποχώρηση του πυρετού και με τα συμπτώματα (όπως βήχας ή καταρροή) πιο ήπια, οι γονείς μπορούν συνήθως να εξετάσουν την επιστροφή. Και εδώ, ωστόσο, το «συνήθως» δεν είναι απόλυτο: η γενική εικόνα του παιδιού και η συμβουλή του παιδιάτρου παραμένουν καθοριστικές.
Τι στηρίζει πραγματικά το ανοσοποιητικό στην «σεζόν των ιώσεων»
Ο παιδίατρος δίνει και μια υπενθύμιση που ακούγεται απλή αλλά έχει πρακτικό βάρος: οι επαφές των παιδιών με μικρόβια και ιούς είναι μέρος της ανάπτυξης, όπως και οι κοινωνικές επαφές. Αυτές οι εκθέσεις λειτουργούν μακροπρόθεσμα ως «εκπαίδευση» του ανοσοποιητικού, κάτι που εξηγεί γιατί ορισμένα παιδιά περνούν μια περίοδο συχνών λοιμώξεων όταν μπαίνουν σε νέα περιβάλλοντα με περισσότερους συνομηλίκους.
Για την υποστήριξη του οργανισμού μέσα στη γριπική περίοδο, ο δρ. Χούμπμαν εστιάζει στα βασικά: υγιεινή και βιταμινούχα διατροφή, επαρκή ύπνο, κίνηση και ένδυση προσαρμοσμένη στις συνθήκες. Τονίζει, επίσης, ότι η υπερθέρμανση δεν βοηθά αλλά μπορεί να αυξήσει την ευαισθησία σε λοιμώξεις, γι’ αυτό η επιλογή ρούχων «ανάλογα με τον καιρό» έχει μεγαλύτερη σημασία από τις υπερβολές.
