Γερμανία – Σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα διατηρούνται οι κρατικές δαπάνες για το Bürgergeld στη Γερμανία, καθώς τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι το κόστος του κοινωνικού επιδόματος παραμένει καθηλωμένο σε επίπεδα ρεκόρ. Η εξέλιξη αυτή επιβαρύνει σημαντικά τον κρατικό προϋπολογισμό, παρά τη μερική μείωση που καταγράφηκε σε επιμέρους δαπάνες, όπως αυτές που αφορούν τη στέγαση και τη θέρμανση των δικαιούχων.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Οι συνολικές δαπάνες για το επίδομα ανήλθαν σε 3,883 δισεκατομμύρια ευρώ.
- Το ποσοστό των μακροχρόνιων δικαιούχων αυξήθηκε στο 67% των ικανών προς εργασία ληπτών.
- Η νέα Grundsicherung αναμένεται να αντικαταστήσει το Bürgergeld από την 1η Ιουλίου.
Επιμονή των δαπανών σε επίπεδα ρεκόρ
Οι συνολικές οικονομικές απαιτήσεις για το Bürgergeld διαμορφώθηκαν τον Φεβρουάριο του 2026 στα 3,883 δισεκατομμύρια ευρώ, παρουσιάζοντας περαιτέρω αύξηση σε σύγκριση με τα 3,882 δισεκατομμύρια ευρώ του Ιανουαρίου, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που δημοσιοποίησε η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Απασχόλησης (Bundesagentur für Arbeit). Η στατιστική υπηρεσία εκδίδει τα συγκεκριμένα αναλυτικά δεδομένα με καθυστέρηση περίπου τριών μηνών, αποτυπώνοντας τώρα την εικόνα του πρώτου διμήνου του έτους. Σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2025, όταν το κόστος είχε υποχωρήσει στα 3,834 δισεκατομμύρια ευρώ, η συνολική επιβάρυνση έχει αυξηθεί κατά περίπου 49 εκατομμύρια ευρώ, ανατρέποντας την πτωτική τάση που είχε παρατηρηθεί στα τέλη του περασμένου έτους.
Η ανοδική αυτή πορεία συνεχίστηκε παρά το γεγονός ότι το κόστος για τη διαμονή και τη θέρμανση των δικαιούχων κατέγραψε κάμψη. Συγκεκριμένα, οι δαπάνες στέγασης υποχώρησαν από τα 1,478 δισεκατομμύρια ευρώ τον Ιανουάριο στα 1,468 δισεκατομμύρια ευρώ τον Φεβρουάριο, σημειώνοντας μείωση της τάξης των 9,9 εκατομμυρίων ευρώ, η οποία ωστόσο δεν στάθηκε αρκετή για να ανακουφίσει τα δημόσια ταμεία.
Η κοινωνική ασφάλιση ως βασικός μοχλός αύξησης
Κύρια αιτία για τη διατήρηση του κόστους σε δυσθεώρητα ύψη αποτελεί η συνεχής άνοδος άλλων παραμέτρων, όπως οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης για τους λήπτες της κρατικής αρωγής. Η συγκεκριμένη κατηγορία δαπανών αυξήθηκε από τα 676 εκατομμύρια ευρώ του Ιανουαρίου στα σχεδόν 678 εκατομμύρια ευρώ τον Φεβρουάριο, καταγράφοντας επιπλέον επιβάρυνση ύψους 1,9 εκατομμυρίων ευρώ. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν ότι το επίδομα παραμένει μια πάγια και βαριά οικονομική υποχρέωση για το κράτος, ακόμη και όταν επιμέρους κονδύλια παρουσιάζουν κάμψη.
Παράλληλα, η πρόσφατη μηνιαία έκθεση της υπηρεσίας για τον Μάιο του 2026 αναδεικνύει μια ευρύτερη αλλαγή στην τάση της αγοράς εργασίας. Αν και σε ετήσια βάση οι ικανοί προς εργασία δικαιούχοι ήταν λιγότεροι κατά 103.000 άτομα, η πτώση των προηγούμενων μηνών ανακόπηκε και, μετά την απαραίτητη εποχική διόρθωση, καταγράφηκε εκ νέου μικρή αύξηση στον αριθμό των προσώπων που εξαρτώνται από το επίδομα.
Αύξηση των μακροχρόνιων δικαιούχων και επικείμενες αλλαγές
Ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό στοιχείο της στατιστικής ανάλυσης αφορά τη μονιμοποίηση της εξάρτησης από το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας. Κατά τον μήνα Ιανουάριο, 2,563 εκατομμύρια ικανοί προς εργασία λήπτες είχαν ενταχθεί στην κατηγορία των μακροχρόνιων δικαιούχων, αποτελώντας πλέον τα δύο τρίτα του συνόλου. Το ποσοστό αυτό σημείωσε αύξηση μέσα σε έναν χρόνο, ανεβαίνοντας από το 65% στο 67%.
Στο πλαίσιο αυτό, το Bürgergeld είναι προγραμματισμένο να αντικατασταθεί από την 1η Ιουλίου από ένα νέο σύστημα βασικής ασφάλισης (Grundsicherung). Ωστόσο, παραμένει αμφίβολο αν το νέο θεσμικό πλαίσιο θα καταφέρει να περιορίσει αποτελεσματικά τις κρατικές δαπάνες και να οδηγήσει με επιτυχία περισσότερους πολίτες στην μόνιμη απασχόληση.