Γερμανία – Σε υψηλά επίπεδα αναμένει η Bundesbank να διατηρηθεί ο πληθωρισμός στη Γερμανία έως και το επόμενο έτος, προειδοποιώντας ότι οι ανατιμήσεις στην ενέργεια δεν έχουν ακόμη μεταφερθεί πλήρως στις τιμές που πληρώνουν τα νοικοκυριά. Η γερμανική κεντρική τράπεζα θεωρεί ότι η επιστροφή στον στόχο του 2% θα απαιτήσει χρόνο, χωρίς πάντως να προβλέπει επανάληψη της εκρηκτικής αύξησης των τιμών του 2021 και του 2022.
Στη μηνιαία έκθεσή της, που δημοσιοποιήθηκε τη Δευτέρα, η Bundesbank επισημαίνει ότι οι αυξήσεις στις πρώτες ύλες εξακολουθούν να επηρεάζουν την οικονομία. Το πιο πρόσφατο σημάδι αυτής της πίεσης ήταν ο πληθωρισμός του Σεπτεμβρίου, ο οποίος έφτασε το 3,3%, στο υψηλότερο επίπεδο σχεδόν τριών ετών.
Από τις αντλίες καυσίμων στις υπόλοιπες τιμές
Οι τιμές της βενζίνης και του ντίζελ ανέβηκαν σε ιστορικά υψηλά, ενώ και το πετρέλαιο θέρμανσης επιβάρυνε τους καταναλωτές. Είχε προηγηθεί η άνοδος του αργού πετρελαίου στις διεθνείς αγορές πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, λόγω του πολέμου στο Ιράν.
Κατά την Bundesbank, τέτοιες αυξήσεις δεν αποτυπώνονται ταυτόχρονα σε όλες τις κατηγορίες του δείκτη τιμών καταναλωτή. Η επίδρασή τους εξαπλώνεται σταδιακά, με την τράπεζα να αναμένει ότι θα ενισχυθεί με καθυστέρηση ο ρυθμός αύξησης των τιμών στο φυσικό αέριο, στο ηλεκτρικό ρεύμα, στα τρόφιμα, σε άλλα αγαθά και στις υπηρεσίες. Αυτό εξηγεί γιατί η υποχώρηση μιας αρχικής ενεργειακής αναταραχής δεν συνεπάγεται αμέσως αντίστοιχη αποκλιμάκωση του συνολικού πληθωρισμού.
Ο ρόλος των μισθών και των υπηρεσιών
Η πίεση δεν προέρχεται μόνο από τα καύσιμα. Οι υπηρεσίες είχαν ήδη παρουσιάσει μεγαλύτερες αυξήσεις τιμών από τον μέσο όρο προτού ξεσπάσει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, ενώ η κεντρική τράπεζα συνδέει αυτή την εξέλιξη ιδιαίτερα με τη συνεχιζόμενη ισχυρή άνοδο των μισθών.
Έτσι, ο πληθωρισμός συνδυάζει μία νέα επιβάρυνση από τις διεθνείς τιμές της ενέργειας με ανατιμήσεις που είχαν ήδη εμφανιστεί σε τμήματα της γερμανικής οικονομίας. Η Bundesbank εκτιμά ότι η απορρόφηση του σοκ των πρώτων υλών θα είναι αργή και ότι η αποκλιμάκωση προς το 2% δεν θα ολοκληρωθεί σύντομα.
Γιατί θεωρείται λιγότερο πιθανή μια νέα κρίση όπως το 2021-2022
Παρά τη δυσμενή πρόβλεψη, η Bundesbank χαρακτηρίζει επί του παρόντος απίθανη μια επανάληψη της περιόδου πολύ υψηλού πληθωρισμού του 2021 και του 2022, όταν οι τιμές είχαν εκτιναχθεί μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Στη σημερινή περίπτωση η ενεργειακή άνοδος αφορά κυρίως το πετρέλαιο και τα προϊόντα διύλισης, αντί να επεκτείνεται στον ίδιο βαθμό στο φυσικό αέριο και στον ηλεκτρισμό.
Σημαντικό ρόλο στην περιορισμένη άμεση μετακύλιση προς το αέριο και το ρεύμα αποδίδει στα μακροχρόνια συμβόλαια, σε ορισμένα σταθερά τιμολόγια και στις πρακτικές αντιστάθμισης κινδύνου των προμηθευτών ενέργειας. Δεν παρατηρούνται επίσης, σύμφωνα με την έκθεση, αντίστοιχα μεγάλα και ταυτόχρονα σοκ στις διεθνείς τιμές των αγροτικών πρώτων υλών ή στις συναλλαγματικές ισοτιμίες.
Η ασθενέστερη ζήτηση και η ευνοϊκότερη κατάσταση στις εφοδιαστικές αλυσίδες αποτελούν άλλους δύο παράγοντες που, κατά την τράπεζα, περιορίζουν την πιθανότητα να αυξάνουν οι επιχειρήσεις συχνότερα τις τιμές τους και να μετακυλίουν στους πελάτες ασυνήθιστα μεγάλο μέρος του πρόσθετου κόστους.
Ο κίνδυνος για τρόφιμα και λιπάσματα
Η μεγαλύτερη αβεβαιότητα εντοπίζεται στην πορεία των τιμών των τροφίμων. Η Bundesbank υπογραμμίζει ότι το ακριβότερο ενεργειακό κόστος, οι αυξήσεις στις τιμές των λιπασμάτων και ενδεχόμενες διαταραχές στις διεθνείς μεταφορές μπορούν να ασκήσουν νέες ανοδικές πιέσεις.
Η περιοχή του Περσικού Κόλπου έχει ιδιαίτερη σημασία για αυτή την εκτίμηση, καθώς από εκεί διέρχεται υπό κανονικές συνθήκες σημαντικό μέρος του αζωτούχου λιπάσματος που διακινείται διεθνώς ή των πρώτων υλών που απαιτούνται για την παραγωγή του. Παρατεταμένα προβλήματα στη διέλευση θα μπορούσαν να αυξήσουν, με χρονική υστέρηση, το κόστος της ευρωπαϊκής γεωργίας.
Στους παράγοντες κινδύνου προστίθεται ο καιρός: καύσωνες, ξηρασίες και πλημμύρες μπορούν να επηρεάζουν αισθητά τόσο την παραγωγή σε επιμέρους περιοχές όσο και τις διεθνείς αγροτικές τιμές, όπως δείχνει, κατά την Bundesbank, η εμπειρία των προηγούμενων ετών.