Λονδίνο – Σημαντική ανατροπή στην πολιτική σκηνή του Ηνωμένου Βασιλείου καταγράφεται μία δεκαετία μετά το δημοψήφισμα για το Brexit, καθώς η πλειοψηφία των πολιτών αναγνωρίζει πλέον την αποχώρηση ως στρατηγικό σφάλμα, στρέφοντας το ενδιαφέρον της προς την επανένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η δυναμική μετατόπιση της κοινής γνώμης ασκεί έντονες πιέσεις στην κυβέρνηση των Εργατικών, με τον πρωθυπουργό Άντι Μπέρναμ να ανοίγει επίσημα τη συζήτηση για την πλήρη επαναξιολόγηση των διμερών σχέσεων.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Το 49% των Βρετανών υποστηρίζει ανοιχτά την πλήρη επανένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
- Ποσοστό 52,4% χαρακτηρίζει την απόφαση αποχώρησης του 2016 ως ξεκάθαρο πολιτικό λάθος.
- Μόλις το 12,2% των ψηφοφόρων θεωρεί ότι η διαδικασία του Brexit στέφθηκε με επιτυχία.
Η δυναμική της κοινής γνώμης και οι εναλλακτικές προσεγγίσεις
Τα αναλυτικά ευρήματα της δημοσκόπησης που διενήργησε η The Messina Group (TMG) σε εκτεταμένο δείγμα 11.461 ερωτηθέντων αποτυπώνουν μια σαφή τάση απομάκρυνσης από τον ευρωσκεπτικισμό, αναδεικνύοντας ότι μόλις το 28,5% διαφωνεί με την προοπτική της επανένταξης, ενώ ένα 29,7% εξακολουθεί να υπερασπίζεται την επιλογή του 2016.
Εξετάζοντας τις εναλλακτικές επιλογές πέραν της πλήρους ένταξης, η έρευνα φανερώνει ισχυρή υποστήριξη για τη διατήρηση της τρέχουσας κατάστασης με ταυτόχρονη εξάλειψη των εμπορικών εμποδίων σε ποσοστό 48,2%, θέτοντας παράλληλα ψηλά στην προτίμηση των πολιτών τόσο την τελωνειακή ένωση (47,1%) όσο και το ενδεχόμενο συνδεδεμένης συμμετοχής (45,5%) ή επιστροφής στην ενιαία αγορά (45,1%).
Αντιθέτως, η προοπτική περαιτέρω απομάκρυνσης από τις Βρυξέλλες βρίσκει σύμφωνο μόνο το 27,9% των συμμετεχόντων, καταδεικνύοντας ότι η βρετανική κοινωνία, η οποία σε ποσοστό άνω του 66% θεωρεί το ευρωπαϊκό εμπόριο πιο κρίσιμο από εκείνο με τις ΗΠΑ, αναζητά ενεργά τρόπους επαναπροσέγγισης.
Ο διχασμός για τη διαδικασία και οι κυβερνητικές ισορροπίες
Παρά τη διαφαινόμενη επιθυμία για αλλαγή πλεύσης, το εκλογικό σώμα εμφανίζεται διχασμένο ως προς τον βέλτιστο τρόπο υλοποίησης μιας πιθανής επιστροφής, με σχεδόν το ένα τρίτο να προκρίνει τη διεξαγωγή ενός νέου δημοψηφίσματος, ενώ μικρότερα τμήματα του πληθυσμού εκτιμούν ότι μια ξεκάθαρη εντολή μέσω εθνικών εκλογών ή μια απευθείας απόφαση από το βρετανικό Κοινοβούλιο θα αποτελούσαν επαρκή νομιμοποίηση.
Μέσα σε αυτό το ρευστό πολιτικό τοπίο, ο Άντι Μπέρναμ επιλέγει να διατηρήσει όλες τις επιλογές ανοιχτές, δηλώνοντας πως το Brexit προκάλεσε μεγαλύτερη ζημιά παρά όφελος, προκαλώντας ωστόσο επιφυλάξεις στο εσωτερικό της κυβέρνησής του.
Συγκεκριμένα, αρκετά στελέχη των Εργατικών, μεταξύ των οποίων και η υπουργός Εσωτερικών Σαμπάνα Μαχμούντ, προειδοποιούν ότι η αποκατάσταση των ευρωπαϊκών σχέσεων δεν συνιστά μια απλή διαδικασία, εκφράζοντας ταυτόχρονα βαθιές ανησυχίες για το ενδεχόμενο αναζωπύρωσης των κοινωνικών διαιρέσεων, ιδιαίτερα σε εκλογικές περιφέρειες που είχαν στηρίξει σθεναρά την αποχώρηση.
Ο πολιτικός αντίκτυπος και η απειλή της ακροδεξιάς
Η ανακίνηση του ζητήματος επαναφέρει αναπόφευκτα στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης τον Νάιτζελ Φάρατζ, ο οποίος ήδη αξιοποιεί την κυβερνητική ρητορική χαρακτηρίζοντάς την ως τη σημαντικότερη ώθηση για την ενίσχυση του Reform UK, αναγκάζοντας την Ντάουνινγκ Στριτ να εξετάσει ενδελεχώς τα δημοσκοπικά δεδομένα προκειμένου να μετρήσει το πραγματικό βάθος της κοινωνικής μεταστροφής.
Μολονότι τα ευρήματα της έρευνας υποδεικνύουν ότι μια σαφής φιλοευρωπαϊκή στάση θα μπορούσε να αυξήσει την εκλογική επιρροή των Εργατικών κατά 4,3 έως 7,4 ποσοστιαίες μονάδες, η ηγεσία του κόμματος οφείλει να κινηθεί με ιδιαίτερη προσοχή, αναγνωρίζοντας ότι κομβικά ζητήματα της καμπάνιας του 2016, όπως η αυστηρή διαχείριση της μετανάστευσης και η διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας, εξακολουθούν να ασκούν σημαντική επιρροή στο εκλογικό σώμα.