Βερολίνο – Έντονο προβληματισμό στις διωκτικές και πολιτικές αρχές της γερμανικής πρωτεύουσας προκαλούν τα απογοητευτικά στατιστικά στοιχεία που αφορούν την επάρκεια των υποψηφίων για τις αστυνομικές ακαδημίες.
Ένα εξαιρετικά μεγάλο ποσοστό των πολιτών που εκδηλώνουν ενδιαφέρον για να ενταχθούν στις δυνάμεις ασφαλείας, αδυνατεί να ανταποκριθεί στις βασικές απαιτήσεις χειρισμού της γερμανικής γλώσσας.
Η κατάσταση αυτή έχει άμεσο αντίκτυπο στη στελέχωση των υπηρεσιών, καθώς η καθημερινότητα ενός ενστόλου απαιτεί την άριστη σύνταξη αναφορών, τη λεπτομερή καταγραφή επίσημων πρωτοκόλλων και την απρόσκοπτη, καθαρή επικοινωνία με τους πολίτες.
Το μέγεθος του προβλήματος αποτυπώνεται στο γεγονός ότι κατά το προηγούμενο έτος, από τις συνολικά χίλιες διακόσιες είκοσι τέσσερις διαθέσιμες θέσεις εκπαίδευσης για νέους αστυνομικούς, το ένα τέταρτο αυτών παρέμεινε κενό, καθιστώντας αδύνατη την πλήρη κάλυψη των επιχειρησιακών αναγκών του κρατιδίου.
Παρά το γεγονός ότι οι υποψήφιοι γνωρίζουν εκ των προτέρων τις απαιτήσεις του επαγγέλματος, η γλωσσική τους κατάρτιση κρίνεται σε πάρα πολλές περιπτώσεις ως απολύτως ανεπαρκής, δημιουργώντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό στη στελέχωση της Αστυνομίας του Βερολίνου (Polizei Berlin).
Η διαδικασία επιλογής είναι αυστηρή και σχεδιασμένη ώστε να φιλτράρει όσους δεν διαθέτουν το απαραίτητο υπόβαθρο, ωστόσο τα ποσοστά αποτυχίας έχουν σημειώσει μια δραματική άνοδο που υπερβαίνει κάθε προηγούμενη εκτίμηση των αρμόδιων φορέων.
Η δοκιμασία της ορθογραφίας και η κατάρρευση των στατιστικών
Η διαδικασία εξέτασης της γλωσσικής επάρκειας πραγματοποιείται σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, όπου οι υποψήφιοι καλούνται να αντεπεξέλθουν σε ένα απαιτητικό τεστ ορθογραφίας και κατανόησης.
Μέσω ακουστικών, τους υπαγορεύεται με αργό ρυθμό ένα κείμενο έκτασης περίπου διακοσίων λέξεων, με τον εκφωνητή να κάνει παύσεις ανά πέντε έως οκτώ λέξεις για να διευκολύνει την καταγραφή.
Ο εσωτερικός κανονισμός αξιολόγησης είναι απόλυτος: η υπέρβαση του ορίου των δεκατεσσάρων ορθογραφικών ή γραμματικών λαθών οδηγεί στον άμεσο αποκλεισμό του εξεταζόμενου.
Για την εξοικείωση των ενδιαφερομένων, υπάρχει διαθέσιμο στο διαδίκτυο ένα ενδεικτικό κείμενο προετοιμασίας, το οποίο ξεκινά περιγράφοντας την πολυετή εμπειρία ενός φανταστικού αστυνομικού με το όνομα Mario, ο οποίος υπηρετεί πάνω από δέκα χρόνια στο σώμα.
Τα επίσημα στατιστικά δεδομένα για τα έτη 2024 και 2025 καταδεικνύουν το μέγεθος της αποτυχίας.
Από το σύνολο των δέκα χιλιάδων οκτακοσίων εβδομήντα τεσσάρων υποψηφίων που προσήλθαν στις εξετάσεις, οι τέσσερις χιλιάδες διακόσιοι εβδομήντα ένας δεν κατάφεραν να περάσουν τη βάση στο τεστ γερμανικών.
Το νούμερο αυτό μεταφράζεται σε ποσοστό αποτυχίας της τάξεως του 39,3%, που σημαίνει ότι περισσότεροι από ένας στους τρεις υποψηφίους κόβονται λόγω στοιχειωδών γλωσσικών ελλείψεων.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε άτομα με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, αλλά διαπερνά οριζόντια σχεδόν όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης.
Το παράδοξο των πτυχιούχων και τα εντατικά μαθήματα εντός της ακαδημίας
Τα στοιχεία προκαλούν έκπληξη όταν αναλύεται το ακαδημαϊκό προφίλ των αποτυχόντων.
Από τους έξι χιλιάδες δεκατρείς υποψηφίους που διέθεταν απολυτήριο λυκείου, πιστοποιητικό τεχνικής σχολής ή ακόμη και ολοκληρωμένο πανεπιστημιακό πτυχίο, οι χίλιοι οκτακόσιοι δώδεκα απέτυχαν στη γλωσσική δοκιμασία.
Αυτό αντιστοιχεί σε ποσοστό 30,1%, καταδεικνύοντας ότι ένα πτυχίο ανώτερης εκπαίδευσης δεν εξασφαλίζει απαραίτητα την ορθή χρήση της γλώσσας.
Μάλιστα, εάν αναλυθεί το σύνολο όσων απέτυχαν, προκύπτει ότι το 42,3% διέθετε υψηλά ακαδημαϊκά προσόντα. Η δυσκολία, ωστόσο, δεν σταματά στην εισαγωγική εξέταση.
Ακόμη και για εκείνους που καταφέρνουν να ξεπεράσουν τον σκόπελο της αρχικής υπαγόρευσης και του τεστ γραμματικής, η συνέχεια απαιτεί εντατική προσπάθεια.
Στη διάρκεια των τριών πρώτων εξαμήνων της αστυνομικής εκπαίδευσης, πέραν του κανονικού προγράμματος, τουλάχιστον οι μισοί εκπαιδευόμενοι κάθε σειράς αναγκάζονται να παρακολουθήσουν πρόσθετα, ενισχυτικά μαθήματα γερμανικών σε μικρές ομάδες υποστήριξης.
Τα δεδομένα μιας εξαετίας, από το 2019 έως το 2024, δείχνουν ότι από τους δύο χιλιάδες εκατόν εξήντα έξι δόκιμους, ενενήντα επτά δεν κατάφεραν να περάσουν την πρώτη τακτική εξέταση γερμανικών μέσα στη σχολή, ενώ τέσσερις σπουδαστές αποπέμφθηκαν οριστικά από το πρόγραμμα λόγω ανυπέρβλητων γλωσσικών αδυναμιών.
Θεσμικές αντιδράσεις και η απουσία κρατικής προετοιμασίας
Το φαινόμενο της μαζικής αποτυχίας έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις σε πολιτικό και θεσμικό επίπεδο, με τους εμπλεκόμενους φορείς να αναζητούν τα αίτια.
Εκπρόσωποι της πολιτικής σκηνής, όπως ο Tommy Tabor, ο οποίος ζήτησε τα σχετικά στοιχεία από τη Γερουσία Εσωτερικών (Innensenat), στηλίτευσαν το γεγονός ότι απόφοιτοι λυκείου δεν κατέχουν τα ελάχιστα πρότυπα γραμματικής και ορθογραφίας, χαρακτηρίζοντας την κατάσταση ως απόδειξη της αποτυχίας του εκπαιδευτικού συστήματος του Βερολίνου.
Από την πλευρά της ηγεσίας του σώματος, η επικεφαλής Barbara Slowik Meisel επισήμανε ενώπιον της Επιτροπής Εσωτερικών Υποθέσεων (Innenausschuss) ότι δεν παρατηρούνται αξιοσημείωτες διαφορές στα ποσοστά αποτυχίας μεταξύ υποψηφίων με ή χωρίς μεταναστευτικό υπόβαθρο, γεγονός που αναδεικνύει το πρόβλημα ως γενικευμένο.
Η πολιτική ηγεσία του κρατιδίου, μέσω της γερουσιαστού Katharina Günther-Wünsch, αναγνώρισε την ύπαρξη μιας ανησυχητικής, πτωτικής τάσης τα τελευταία χρόνια, προαναγγέλλοντας μια στρατηγική ποιοτικής αναβάθμισης.
Σύμφωνα με τις δεσμεύσεις της, θα δοθεί πολύ μεγαλύτερη έμφαση στη διδασκαλία της γερμανικής γλώσσας και των μαθηματικών στις τελευταίες τάξεις της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Την ίδια στιγμή, οι αρμόδιοι για τα ζητήματα εσωτερικής ασφάλειας, όπως ο κρατικός γραμματέας Christian Hochgrebe, ξεκαθάρισαν πως η αστυνομία δεν προτίθεται να προσφέρει προπαρασκευαστικά τμήματα στους ενδιαφερόμενους.
Η επίσημη θέση του κρατιδίου είναι πως η επιλογή ενός επαγγέλματος που απαιτεί τόσο υψηλά επίπεδα προσωπικού κινήτρου, προϋποθέτει ότι οι ίδιοι οι υποψήφιοι θα αναλάβουν πλήρως την ευθύνη της ατομικής τους προετοιμασίας πριν παρουσιαστούν στις εξετάσεις.