Γερμανία – Σε μια περίοδο όπου η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης αναζητά απεγνωσμένα σταθερά πατήματα για να επιστρέψει σε τροχιά ισχυρής και βιώσιμης ανάπτυξης, η αγορά εργασίας εξακολουθεί να εκπέμπει ανησυχητικά μηνύματα μακροχρόνιας στασιμότητας.
Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα και επίσημα στατιστικά δεδομένα, το ψυχολογικό αλλά και πρακτικό φράγμα των τριών εκατομμυρίων ανέργων παραμένει αξεπέραστο και τον δεύτερο μήνα του τρέχοντος έτους, επιβεβαιώνοντας πλήρως τις απαισιόδοξες εκτιμήσεις των οικονομικών αναλυτών για μια παρατεταμένη δομική αδυναμία στο μέτωπο της απασχόλησης.
Πιο συγκεκριμένα, ο συνολικός αριθμός των εγγεγραμμένων πολιτών που αναζητούν ενεργά θέση εργασίας διαμορφώθηκε στα 3,07 εκατομμύρια, καταγράφοντας μια απολύτως οριακή μείωση της τάξης των 15.000 ατόμων σε άμεση σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα.
Αυτή η εξαιρετικά ισχνή υποχώρηση οδήγησε το γενικό ποσοστό της ανεργίας στο 6,5%, σημειώνοντας δηλαδή μια ανεπαίσθητη πτώση της τάξης του 0,1% σε μηνιαία βάση.
Ωστόσο, η ευρύτερη εικόνα της αγοράς καθίσταται πολύ περισσότερο σαφής και προβληματική αν συγκριθεί με τα αντίστοιχα δεδομένα της περσινής χρονιάς, όπου καταγράφεται μια ξεκάθαρη αύξηση της ανεργίας κατά 0,1 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τον Φεβρουάριο του 2025.
Τα αναλυτικά αυτά στοιχεία, τα οποία βασίζονται σε εθνικές καταγραφές που ολοκληρώθηκαν αυστηρά έως και την ενδέκατη ημέρα του μήνα, αναδεικνύουν την έντονη διστακτικότητα του εταιρικού τομέα να προχωρήσει σε νέες, μαζικές προσλήψεις, διατηρώντας μια εξαιρετικά συντηρητική στάση απέναντι στις γενικότερες μακροοικονομικές προκλήσεις.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη διαψεύδει ουσιαστικά τις ελπίδες για μια άμεση και δυναμική επανεκκίνηση που παραδοσιακά ακολουθεί την ολοκλήρωση της λεγόμενης χειμερινής παύσης στους κρίσιμους τομείς της βιομηχανίας και των κατασκευών.
Η έλλειψη δυναμικής και η επιφυλακτική στάση των επιχειρήσεων
Η αποτύπωση της τρέχουσας κατάστασης δεν αφήνει περιθώρια για εφησυχασμό, καθώς οι αρμόδιοι φορείς διαπιστώνουν μια γενικευμένη απροθυμία ανάληψης επενδυτικού ρίσκου από την πλευρά των εργοδοτών.
Η επικεφαλής στο Ομοσπονδιακό Πρακτορείο Εργασίας (Bundesagentur für Arbeit), Andrea Nahles, τοποθετούμενη επί των νέων στοιχείων, επεσήμανε με απόλυτη σαφήνεια ότι η αγορά εργασίας δεν παρουσιάζει την παραμικρή ένδειξη ανάκαμψης ή επιτάχυνσης, παρά το γεγονός ότι η παραδοσιακή χειμερινή περίοδος αδράνειας έχει πλέον φτάσει στο τέλος της.
Σύμφωνα με την ίδια, η ζήτηση για νέο εργατικό δυναμικό από τις εταιρείες παραμένει καθηλωμένη στα ίδια χαμηλά επίπεδα, χωρίς να διαφαίνεται κάποια προοπτική άμεσης βελτίωσης.
Η συγκεκριμένη διαπίστωση επιβεβαιώνεται απόλυτα και από τον συνολικό αριθμό των καταγεγραμμένων ανοιχτών θέσεων εργασίας, ο οποίος παρουσιάζει αρνητική τάση.
Ειδικότερα, οι κενές θέσεις που έχουν δηλωθεί επίσημα στις κρατικές υπηρεσίες περιορίστηκαν στις 638.000, σημειώνοντας πτώση κατά 1.000 θέσεις συγκριτικά με την αντίστοιχη περσινή χρονική περίοδο.
Αυτή η συρρίκνωση των διαθέσιμων ευκαιριών απασχόλησης λειτουργεί αποτρεπτικά για την ταχεία απορρόφηση των ανέργων και δημιουργεί ένα περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού για τις ελάχιστες νέες θέσεις που ανοίγουν, επιβαρύνοντας ιδιαίτερα εκείνους που βρίσκονται εκτός αγοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ανησυχία για το μεγάλο χάσμα δεξιοτήτων στην επαγγελματική εκπαίδευση
Ένα εξίσου κρίσιμο μέτωπο που προκαλεί έντονο προβληματισμό στην ηγεσία του υπουργείου και τους κοινωνικούς εταίρους είναι η κατάσταση που επικρατεί στον τομέα της επαγγελματικής κατάρτισης και μαθητείας.
Η εικόνα που διαμορφώνεται χαρακτηρίζεται από σοβαρές ανισορροπίες, καθώς οι διαθέσιμες θέσεις υπολείπονται σημαντικά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, ενώ την ίδια στιγμή ο αριθμός των ενδιαφερομένων αυξάνεται.
Συγκεκριμένα, οι επίσημα καταγεγραμμένες θέσεις μαθητείας ανέρχονται αυτή τη στιγμή στις 345.000, παρουσιάζοντας μια δραματική μείωση κατά 52.000 θέσεις συγκριτικά με το προηγούμενο έτος.
Στον αντίποδα, ο αριθμός των νέων που υπέβαλαν αίτηση για να ενταχθούν σε κάποιο πρόγραμμα επαγγελματικής εκπαίδευσης αυξήθηκε κατά 4.000, φτάνοντας συνολικά τους 298.000 υποψηφίους.
Αν και η αγορά μαθητείας παραμένει εξαιρετικά ρευστή κατά τη διάρκεια του Φεβρουαρίου, οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες εκφράζουν ανοιχτά την έντονη ανησυχία τους για τον κίνδυνο να βρεθεί ένας μεγάλος αριθμός νέων ανθρώπων κυριολεκτικά εκτός νυμφώνος.
Η ρίζα αυτού του σύνθετου προβλήματος εντοπίζεται κυρίως στην πλήρη αναντιστοιχία που παρατηρείται συχνά ανάμεσα στις αυστηρές απαιτήσεις των σύγχρονων επιχειρήσεων και στα πραγματικά προσόντα, τις δεξιότητες ή ακόμη και τις προσωπικές προσδοκίες των υποψηφίων, δημιουργώντας ένα δομικό κενό που εμποδίζει την ομαλή ένταξή τους στον παραγωγικό ιστό.
Ιστορική αναδρομή και η περιορισμένη χρήση της μειωμένης απασχόλησης
Για να γίνει πλήρως κατανοητό το μέγεθος της σημερινής πρόκλησης, αρκεί μια σύντομη αναδρομή στα στατιστικά δεδομένα της τελευταίας δεκαετίας, τα οποία αποδεικνύουν ότι η παρούσα συγκυρία αποτελεί μια εξαιρετικά δυσμενή παρέκκλιση από την κανονικότητα.
Ήδη από τον Ιανουάριο του τρέχοντος έτους, ο αριθμός των εγγεγραμμένων ανέργων είχε σπάσει ξανά το φράγμα των τριών εκατομμυρίων, ένα αρνητικό ορόσημο που είχε καταγραφεί για τελευταία φορά τον Αύγουστο του 2025.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, πριν από αυτές τις πρόσφατες αρνητικές εξάρσεις, η γερμανική αγορά εργασίας είχε καταφέρει να διατηρήσει τον αριθμό των ανέργων σταθερά κάτω από αυτό το όριο για περισσότερα από δέκα συνεχόμενα χρόνια, απολαμβάνοντας μια μακρά περίοδο ευημερίας και πλήρους σχεδόν απασχόλησης.
Παράλληλα, ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι, παρά την εμφανή αδυναμία της αγοράς, το προστατευτικό μέτρο της μειωμένης απασχόλησης δεν φαίνεται να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην παρούσα φάση.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από την πρώτη έως και την εικοστή τρίτη Φεβρουαρίου, κατατέθηκαν αιτήσεις για υπαγωγή σε καθεστώς μειωμένης απασχόλησης λόγω οικονομικής συγκυρίας για συνολικά 35.000 εργαζομένους.
Οι ειδικοί, ωστόσο, σπεύδουν να διευκρινίσουν ότι η απλή δήλωση πρόθεσης από την πλευρά των εταιρειών δεν συνεπάγεται απαραίτητα και την τελική εφαρμογή του μέτρου, δείχνοντας ότι η κρίση έχει περισσότερο δομικά παρά συγκυριακά χαρακτηριστικά.