ΗΠΑ – Βίντεο που δημιουργήθηκαν από φωτογραφίες με αλλοιώσεις τεχνητής νοημοσύνης συνδέθηκαν με υπερδιπλάσια λανθασμένα στοιχεία στις αναμνήσεις συμμετεχόντων σε πείραμα. Όσοι είδαν το επεξεργασμένο οπτικό υλικό έδωσαν κατά μέσο όρο 4,6 λανθασμένες απαντήσεις για λεπτομέρειες εικόνων, έναντι 2,3 στην ομάδα ελέγχου. Το εύρημα αφορά βραχυπρόθεσμα σφάλματα ανάκλησης και όχι αποδεδειγμένη εμφύτευση αναμνήσεων από πραγματικές προσωπικές εμπειρίες.
Οι ερευνητές εξέτασαν πώς η αλλαγή φωτογραφικών λεπτομερειών και η μετατροπή στατικών εικόνων σε βίντεο επηρεάζουν όσα θυμάται κανείς ότι είδε. Οι συμμετέχοντες είχαν αρχικά παρατηρήσει φωτογραφίες και στη συνέχεια χωρίστηκαν σε τέσσερις συνθήκες επανέκθεσης, ώστε να διαπιστωθεί εάν η μορφή ή η ψηφιακή αλλοίωση του υλικού συνδεόταν με περισσότερα σφάλματα μνήμης.
Πώς άλλαξαν οι εικόνες με τεχνητή νοημοσύνη
Η ομάδα ελέγχου είδε ξανά τις αυθεντικές, αμετάβλητες φωτογραφίες. Μια δεύτερη ομάδα παρακολούθησε στατικές εικόνες στις οποίες εργαλεία AI είχαν αλλάξει συγκεκριμένα στοιχεία, ενώ η τρίτη είδε βίντεο που προέκυψαν από φωτογραφίες χωρίς αλλαγές στο περιεχόμενό τους. Η τέταρτη ομάδα εκτέθηκε σε κινούμενες εκδοχές των ήδη αλλοιωμένων εικόνων.
Οι τροποποιήσεις περιλάμβαναν αλλαγές στις εκφράσεις των προσώπων, προσθήκη ανθρώπων ή αντικειμένων και παρεμβάσεις στο περιβάλλον της σκηνής. Στις συνθήκες με επεξεργασμένο υλικό, ορισμένα θέματα παρέμειναν ανέπαφα, επιτρέποντας πρόσθετες συγκρίσεις των αποκρίσεων.
Μετά την προβολή, οι συμμετέχοντες απάντησαν σε ερωτήσεις για τις φωτογραφίες που είχαν αντικρίσει αρχικά και δήλωσαν πόσο βέβαιοι ήταν για τις απαντήσεις τους. Ως λανθασμένη ανάμνηση καταγράφηκε κάθε απόκριση που δεν συμφωνούσε με το αρχικό φωτογραφικό περιεχόμενο· ο έλεγχος αφορούσε δηλαδή συγκεκριμένες οπτικές λεπτομέρειες, όχι αναμνήσεις γεγονότων που είχαν βιώσει οι ίδιοι.
Ποιες ομάδες έκαναν περισσότερα λάθη
Σε δώδεκα λεπτομέρειες που αξιολογήθηκαν στοχευμένα, η ομάδα ελέγχου είχε κατά μέσο όρο 2,3 λανθασμένες απαντήσεις. Το αντίστοιχο αποτέλεσμα αυξήθηκε σε 3,8 μετά την προβολή στατικών εικόνων με αλλοιώσεις AI και έφθασε τις 4,6 λανθασμένες απαντήσεις στην ομάδα που παρακολούθησε βίντεο από επεξεργασμένες φωτογραφίες.
Οι δύο ομάδες που είδαν ψηφιακά αλλοιωμένο περιεχόμενο παρουσίασαν στατιστικά σημαντική διαφορά από την ομάδα ελέγχου. Αντίθετα, η απλή μετατροπή αμετάβλητων φωτογραφιών σε βίντεο συνδέθηκε με μέσο όρο περίπου 2,8 σφαλμάτων, χωρίς να τεκμηριώνεται αντίστοιχη στατιστικά σημαντική διαφορά από την ομάδα ελέγχου.
Δεν αυξήθηκε μόνο ο αριθμός των λανθασμένων απαντήσεων. Όσοι είχαν δει βίντεο βασισμένα σε τροποποιημένες εικόνες δήλωναν κατά μέσο όρο 19% μεγαλύτερη βεβαιότητα για τις εσφαλμένες αναμνήσεις τους σε σύγκριση με τα άτομα της ομάδας ελέγχου. Το αποτέλεσμα αναδεικνύει ότι η υποκειμενική σιγουριά δεν εγγυάται την ακρίβεια της ανάκλησης.
Τι λένε οι ερευνήτριες και ποια είναι τα όρια της μελέτης
Η καθηγήτρια ψυχολογίας Elizabeth F. Loftus από το University of California, Irvine, η οποία συμμετείχε στην έρευνα, υπογραμμίζει την ανάγκη αυξημένης προσοχής και ρύθμισης των μέσων που επεξεργάζεται η τεχνητή νοημοσύνη. Όπως επισημαίνει, όσο αυτές οι τεχνολογίες ενσωματώνονται στην καθημερινότητα, τόσο σημαντικότερο γίνεται να κατανοηθούν οι επιδράσεις τους στη μνήμη και την αντίληψη.
Η μελέτη, ωστόσο, δεν εξέτασε αν οι λανθασμένες αναμνήσεις διατηρούνται επί εβδομάδες ή χρόνια. Η ανάκληση ελέγχθηκε σύντομα μετά από περιορισμένη επαφή με το υλικό, ενώ χρησιμοποιήθηκαν μόνο 24 προεπιλεγμένες εικόνες και όλοι οι συμμετέχοντες προέρχονταν από τις ΗΠΑ. Τα αποτελέσματα δεν μπορούν συνεπώς να μεταφερθούν αυτομάτως σε προσωπικά βιωμένα γεγονότα ή σε διαφορετικά πληθυσμιακά δείγματα.
Η συν-συγγραφέας Pattie Maes επισημαίνει πιθανές συνέπειες για μαρτυρικές καταθέσεις και την αποτύπωση της ιστορίας, αλλά αυτά τα πεδία δεν εξετάστηκαν άμεσα στο πείραμα. Παραμένει επίσης ανοικτό κατά πόσο η σαφής σήμανση επεξεργασμένου υλικού, η διατήρηση πρωτότυπων αρχείων ή άλλα μέτρα προστασίας μπορούν να περιορίσουν τις καταγεγραμμένες στρεβλώσεις στη μνήμη.