Γερμανία – Η αμερικανική αλυσίδα εστίασης Taco Bell, γνωστή παγκοσμίως για τις επιλογές μεξικανικής κουζίνας, ετοιμάζει την επίσημη είσοδό της στη γερμανική αγορά εντός του τρέχοντος έτους. Ύστερα από μια αρχική απόπειρα που δεν τελεσφόρησε, ο πολυεθνικός όμιλος επανέρχεται με νέο στρατηγικό σχεδιασμό και τοπικούς συνεργάτες.
Σύμφωνα με εκπροσώπους της εταιρείας που επικαλείται ο γερμανικός Τύπος, οι πρώτες πόλεις που πρόκειται να υποδεχθούν τα νέα υποκαταστήματα είναι η Φρανκφούρτη, η Στουτγάρδη και η Κολωνία. Οι ακριβείς ημερομηνίες εγκαινίων και ο τελικός αριθμός των εστιατορίων στο αρχικό στάδιο θα ανακοινωθούν επίσημα το επόμενο διάστημα. Η εταιρεία συμβούλων Franchise Focus με έδρα το Ντίσελντορφ είχε αναλάβει τον συντονισμό για την ανεύρεση τοπικών δικαιοδόχων, καταλήγοντας επιτυχώς σε έξι κεντρικούς διαχειριστές.
Όπως διευκρινίζεται, η συγκεκριμένη οργανωτική δομή διασφαλίζει την πλήρη κάλυψη των περισσότερων ομοσπονδιακών κρατιδίων της χώρας. Μοναδική εξαίρεση αποτελούν προς το παρόν τα ανατολικά κρατίδια και η περιοχή του Βερολίνου, τα οποία δεν εντάσσονται στην πρώτη φάση του αναπτυξιακού πλάνου. Η απόφαση για τη δυναμική αυτή επέκταση είχε ήδη διαφανεί από τον περασμένο Μάρτιο, όταν στελέχη της Taco Bell Europe συμμετείχαν σε διεθνές συνέδριο στο Λονδίνο. Εκεί είχε τονιστεί ότι οι ευρωπαϊκές αγορές παρουσιάζουν σαφείς ενδείξεις υψηλής ζήτησης για τη συγκεκριμένη κατηγορία γεύσεων, καθιστώντας τη Γερμανία κεντρικό στόχο για την περαιτέρω ανάπτυξη και εδραίωση του εμπορικού σήματος.
Το επενδυτικό πλάνο για την περιοχή της Βαυαρίας
Ιδιαίτερη έμφαση στο σχέδιο επέκτασης δίνεται στο κρατίδιο της Βαυαρίας, όπου την αποκλειστική ευθύνη ανάπτυξης του δικτύου έχει αναλάβει ο τοπικός επιχειρηματίας Κρίστιαν Λέμαν από το Μόναχο. Το τοπικό επιχειρηματικό σχέδιο προβλέπει τη σταδιακή δημιουργία τουλάχιστον δεκαπέντε σημείων πώλησης, με τον ορίζοντα υλοποίησης να εκτείνεται σε βάθος πενταετίας. Η διαδικασία χρηματοδότησης του συγκεκριμένου εγχειρήματος παρουσιάζει καινοτόμα χαρακτηριστικά, καθώς δεν βασίζεται αποκλειστικά στον παραδοσιακό τραπεζικό δανεισμό. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, ένα σημαντικό μέρος των απαιτούμενων κεφαλαίων πρόκειται να αντληθεί μέσω της έκδοσης ψηφιακών τίτλων.
Αυτή η προσέγγιση επιτρέπει στο ευρύτερο επενδυτικό κοινό να συμμετάσχει στο κεφάλαιο με ένα ελάχιστο ποσό συμμετοχής της τάξης των χιλίων ευρώ. Το μοντέλο αυτό προβλέπει συμμετοχή στη μελλοντική κερδοφορία των καταστημάτων, προσφέροντας ένα σύγχρονο εργαλείο χρηματοδότησης για την ανάπτυξη της αλυσίδας στην περιοχή. Παράλληλα, η αξιοποίηση τέτοιων εναλλακτικών μεθόδων αντανακλά τη γενικότερη τάση εκσυγχρονισμού στον τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτούνται τα μεγάλα δίκτυα εστίασης, επιδιώκοντας ταυτόχρονα να δεσμεύσουν την τοπική κοινότητα ως ενεργούς συμμέτοχους στο νέο εμπορικό βήμα. Η επιτυχία αυτού του μοντέλου ενδέχεται να κρίνει και τα επόμενα βήματα.
Οι προηγούμενες προσπάθειες και οι προσδοκίες της αγοράς
Η σημερινή κινητοποίηση αποτελεί στην πραγματικότητα τη δεύτερη απόπειρα της μητρικής εταιρείας Yum! Brands να εγκατασταθεί στη γερμανική επικράτεια. Μόλις το προηγούμενο έτος είχαν ανακοινωθεί φιλόδοξα σχέδια για τη δημιουργία αρχικά είκοσι πέντε εστιατορίων, με την προοπτική ο αριθμός αυτός να αυξηθεί σταδιακά στα εκατόν πενήντα. Ωστόσο, η όλη διαδικασία τερματίστηκε απότομα τον Μάιο, ύστερα από σοβαρές διαφωνίες που προέκυψαν με τον τότε κεντρικό δικαιοδόχο του δικτύου. Οι αναφορές εκείνης της περιόδου έκαναν λόγο για σημαντικές αποκλίσεις στην επιχειρηματική προσέγγιση, γεγονός που οδήγησε την εταιρεία στην άμεση διακοπή της συνεργασίας.
Πλέον, το ανανεωμένο σχήμα προχωρά με αυστηρότερες δικλείδες ασφαλείας, προκειμένου να αποφευχθούν τα λάθη του παρελθόντος και να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία των καταστημάτων. Με την ολοκλήρωση των πρώτων συμφωνιών και την επιλογή των καταλληλότερων τοποθεσιών, ο όμιλος φιλοδοξεί να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των καταναλωτών για νέες γευστικές εμπειρίες, θέτοντας παράλληλα ισχυρά θεμέλια για μακροχρόνια παρουσία σε μία από τις πιο απαιτητικές αγορές της Ευρώπης. Η αυστηρή τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων θεωρείται πλέον επιβεβλημένη από τα κεντρικά.