Γερμανία – Μια πρωτοφανής δημοσκοπική άνοδος του ακροδεξιού κόμματος AfD στην ανατολική πολιτεία Saxony-Anhalt προκαλεί έντονες ανησυχίες στο πολιτικό σύστημα της χώρας, καθώς η παράταξη καταγράφει ποσοστό-ρεκόρ που αγγίζει το 41%.
Ενόψει των κρίσιμων κρατιδιακών εκλογών του Σεπτεμβρίου 2026, η δυναμική αυτή θέτει σε κίνδυνο την παραδοσιακή ισορροπία δυνάμεων, με την CDU να περιορίζεται στη δεύτερη θέση με σημαντική απόσταση. Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια περίοδο γενικευμένης δυσαρέσκειας για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, ενώ το AfD φαίνεται να κεφαλαιοποιεί την οργή των πολιτών, προβάλλοντας μια ατζέντα που περιλαμβάνει ριζικές αλλαγές στην κοινωνική και οικονομική πολιτική της Γερμανίας.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Το AfD προηγείται με 41% στη Saxony-Anhalt, ενώ η CDU ακολουθεί με 26%.
- Το κόμμα στοχεύει στην απόλυτη πλειοψηφία (50%) για να παρακάμψει το “τείχος προστασίας” (Brandmauer) των άλλων κομμάτων.
- Το πρόγραμμα του AfD περιλαμβάνει αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης στα 70 έτη και μαζικές απελάσεις εκατομμυρίων ατόμων.
Η δημοσκοπική υπεροχή και η μάχη για την πρωθυπουργία
Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της έρευνας Infratest Dimap για λογαριασμό του MDR, το πολιτικό τοπίο στη Saxony-Anhalt εμφανίζεται πλήρως αναδιαμορφωμένο, με το AfD να κυριαρχεί στην πρόθεση ψήφου. Πίσω από το 41% του ακροδεξιού κόμματος και το 26% της CDU, τα υπόλοιπα κόμματα καταγράφουν μονοψήφια ή χαμηλά διψήφια ποσοστά, με το Left Party στο 12% και το SPD σε ιστορικό χαμηλό 7%. Παρά την υπεροχή του κόμματος, η προσωπική δημοφιλία του νυν πρωθυπουργού Sven Schulze (CDU) παραμένει ισχυρή, καθώς το 36% των ερωτηθέντων τον προτιμά για τη θέση, έναντι του 32% που υποστηρίζει τον υποψήφιο του AfD, Ulrich Siegmund.
Η σημασία αυτής της αναμέτρησης είναι τεράστια, καθώς η Saxony-Anhalt μαζί με τη Thuringia αποτελούν τα προπύργια της ακροδεξιάς στη Γερμανία. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Thuringia το AfD είχε ήδη πετύχει την πρώτη του νίκη σε κρατιδιακό επίπεδο το 2024 με 32,8%, γεγονός που σήμανε συναγερμό για τη δημοκρατική σταθερότητα της χώρας. Ο νυν πρωθυπουργός Sven Schulze αποδίδει αυτή την εκτίναξη στην απογοήτευση των πολιτών από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση υπό τον Friedrich Merz, η δημοφιλία του οποίου έχει υποχωρήσει δραματικά στο 15%. Η απόφαση είναι οριστική για την εκλογική ετοιμότητα των παρατάξεων.
Το σχέδιο διακυβέρνησης: Απελάσεις και κατάργηση κοινωνικών προγραμμάτων
Σε περίπτωση που το AfD καταφέρει να εξασφαλίσει την εξουσία, είτε μέσω αυτοδυναμίας είτε μέσω κατάρρευσης του πολιτικού “τείχους” (Brandmauer), οι εξαγγελίες των στελεχών του προμηνύουν μια σκληρή στροφή. Ο αναπληρωτής επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας στη Saxony-Anhalt, Hans-Thomas Tillschneider, έχει δηλώσει ανοιχτά ότι προτεραιότητα αποτελεί η διακοπή χρηματοδότησης σε προγράμματα στήριξης της δημοκρατίας, τα οποία χαρακτηρίζει ως “προγράμματα κατήχησης”. Η στρατηγική του κόμματος αντλεί έμπνευση από μοντέλα ηγετών όπως ο Donald Trump και ο Viktor Orbán, δίνοντας έμφαση σε μια “επίθεση απελάσεων” και τη λεγόμενη “επαναπατρισμό” εκατομμυρίων ανθρώπων.
Οι ειδικοί από το Institute for Democratic Culture του Magdeburg-Stendal University προειδοποιούν ότι μια κυβέρνηση του AfD θα επιδιώξει να επαγγελματικοποιήσει τον ριζοσπαστισμό της, στοχεύοντας αρχικά στις δημοκρατικές αξίες του κρατιδίου και στη συνέχεια στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Η ρητορική αυτή συνδέεται άμεσα με τη δράση στελεχών όπως ο Bjorn Höcke στη γειτονική Thuringia, ο οποίος έχει καταδικαστεί για χρήση ναζιστικών συνθημάτων. Η κίνηση αυτή αναδεικνύει το βαθύ χάσμα μεταξύ της τρέχουσας συνταγματικής τάξης και του οράματος που προωθεί η ηγεσία της ακροδεξιάς παράταξης. Η κατάσταση κρίνεται ιδιαίτερα κρίσιμη για τη συνοχή της κοινωνίας.
Οικονομικές μεταρρυθμίσεις και ανατροπές στα εργασιακά
Το μανιφέστο του AfD για τη Γερμανία περιλαμβάνει προτάσεις που θα μπορούσαν να αλλάξουν ριζικά την καθημερινότητα των εργαζομένων και των συνταξιούχων. Στο επίκεντρο βρίσκεται η αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης στα 70 έτη, παράλληλα με τη μείωση των επιδομάτων ανεργίας και την κατάργηση του Ομοσπονδιακού Οργανισμού Εργασίας (Bundesagentur für Arbeit). Στον τομέα της φορολογίας, το κόμμα υπόσχεται μειώσεις στον φόρο εισοδήματος και κατάργηση των φόρων που σχετίζονται με το CO2, την ακίνητη περιουσία και τις κληρονομιές, επιδιώκοντας να προσελκύσει μεσαία και υψηλά στρώματα.
Για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης, το AfD προτείνει μια αμφιλεγόμενη νομοθεσία που θα δίνει προτεραιότητα σε “γηγενείς Γερμανούς” για την ενοικίαση ή αγορά κατοικίας, ενώ αποκλείει κάθε μορφή ρύθμισης των ενοικίων. Παράλληλα, σχεδιάζει την αύξηση του επιδόματος στέγασης (Wohngeld) για συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών. Αυτές οι οικονομικές θέσεις, αν και παρουσιάζονται ως μέτρα ανακούφισης, προκαλούν έντονες αντιδράσεις από κοινωνικούς φορείς, καθώς θεωρείται ότι ευνοούν τις κοινωνικές διακρίσεις και υπονομεύουν το κράτος πρόνοιας. Η εφαρμογή αυτών των πολιτικών θα εξαρτηθεί από το αν το κόμμα θα καταφέρει να σπάσει την πολιτική απομόνωση μετά τον Σεπτέμβριο.