Το φράγμα των 70.000 γεννήσεων έσπασε καθοδικά το 2025, σηματοδοτώντας τη χαμηλότερη επίδοση στη σύγχρονη ιστορία της χώρας και επιβεβαιώνοντας τις ανησυχίες για τη δημογραφική συρρίκνωση.
Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν πρόσφατα αποτυπώνουν μια μη αναστρέψιμη προς το παρόν τάση, καθώς το φυσικό ισοζύγιο παραμένει έντονα αρνητικό.
Οι θάνατοι στη χώρα είναι πλέον σταθερά διπλάσιοι από τις γεννήσεις, μια συνθήκη που ξεκίνησε από τις αρχές της δεκαετίας του 2010 και αναμένεται να συνεχιστεί τις επόμενες δεκαετίες, ανεξαρτήτως τυχόν πρόσκαιρης ανάσχεσης της πτώσης των γεννήσεων.
Σύμφωνα με τα πρώτα διαθέσιμα δεδομένα για το 2025, ο αριθμός των γεννήσεων περιορίστηκε στις 66.532, καταγράφοντας ιστορικό χαμηλό από το 1932.
Η σύγκριση με το παρελθόν αναδεικνύει το μέγεθος της μεταβολής.
Το 2010, έτος εισόδου στα μνημόνια, οι γεννήσεις ανέρχονταν σε 114.766, ενώ δεκαπέντε χρόνια αργότερα έχουν μειωθεί σχεδόν στο μισό.
Όπως ανέλυσε ο καθηγητής εργατικού δικαίου Αλέξης Μητρόπουλος, κατά την περίοδο 2011–2025, η Ελλάδα κατέγραψε απώλεια 600.000 γεννήσεων, με την τελευταία τετραετία να χαρακτηρίζεται ως η χειρότερη της περιόδου.
Οικονομική επιβάρυνση και κόστος ανατροφής
Παράλληλα με τα δημογραφικά δεδομένα, η οικονομική παράμετρος αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα για τη δημιουργία οικογένειας.
Σύμφωνα με ανάλυση της Allianz Trade, το συνολικό κόστος για την ανατροφή ενός παιδιού από τη γέννηση έως την ενηλικίωση (18 έτη) στην Ελλάδα κυμαίνεται μεταξύ 215.000 και 233.000 ευρώ.
Το ποσό αυτό μεταφράζεται σε μια ετήσια δαπάνη της τάξεως των 11.942 έως 13.000 ευρώ, ή περίπου 995 με 1.083 ευρώ σε μηνιαία βάση, ανάλογα με τον τόπο διαμονής και τις επιλογές της οικογένειας.
Η συγκεκριμένη οικονομική πίεση, σε συνδυασμό με την εργασιακή ανασφάλεια και το υψηλό κόστος στέγασης, λειτουργεί αποτρεπτικά για την απόκτηση παιδιών, ιδιαίτερα στην ηλικιακή ομάδα 25-39 ετών.
Μελέτες που επικαλείται ο χρηματοοικονομικός όμιλος συνδέουν άμεσα την πρόσβαση σε προσιτή στέγαση και στεγαστικά δάνεια με τους δείκτες γονιμότητας, ενώ η ανεργία και η οικονομική ύφεση οδηγούν συχνά σε αναβολή της γονεϊκότητας.
Οι προβλέψεις των διεθνών οργανισμών για το μέλλον του πληθυσμού είναι σαφείς.
Η Eurostat εκτιμά ότι ο πληθυσμός της Ελλάδας θα μειωθεί κατά 14% έως το 2050, ενώ μέχρι το 2100 αναμένεται να υποχωρήσει στα 7,3 εκατομμύρια κατοίκους.
Ήδη την 1η Ιανουαρίου 2025, ο μόνιμος πληθυσμός εκτιμήθηκε σε 10.372.335 άτομα, με τη θετική καθαρή μετανάστευση να συγκρατεί οριακά τη συνολική πτώση που προκαλεί το αρνητικό ισοζύγιο γεννήσεων-θανάτων.
