Ελλάδα – Την επιβολή ανώτατου ορίου στα μισθώματα για παλαιά και ενεργειακά υποβαθμισμένα ακίνητα, σε συνδυασμό με ένα ριζικά αναμορφωμένο πρόγραμμα χορήγησης στεγαστικών δανείων μέσω φορολογικών κινήτρων προς τα πιστωτικά ιδρύματα, προωθεί η νέα Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική 2026-2035 που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση.
Το προτεινόμενο πλαίσιο επιχειρεί να αναχαιτίσει την κλιμακούμενη οικιστική κρίση, προσφέροντας παράλληλα μειωμένο συντελεστή φόρου προστιθέμενης αξίας για την κατασκευή κοινωνικών κατοικιών και συνδέοντας ευθέως την απόκτηση άδειας παραμονής από επενδυτές τρίτων χωρών με την υποχρεωτική μακροχρόνια διάθεση των ιδιοκτησιών τους.
Τα σημαντικότερα με μια ματιά
- Δημιουργία εθνικού δείκτη παρακολούθησης τιμών για την εφαρμογή ρυθμιστικών παρεμβάσεων στην αγορά ενοικίων.
- Αξιοποίηση 800.000 αδρανών ιδιοκτησιών που παραμένουν εκτός της κτηματαγοράς.
- Καταγραφή 2,2 εκατομμυρίων κενών κατοικιών σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.
Εθνικός δείκτης τιμών και παρεμβάσεις στα μισθώματα
Κεντρικό πυλώνα του κυβερνητικού σχεδιασμού αποτελεί η δημιουργία ενός ενιαίου εθνικού δείκτη καταγραφής των αξιών μεταβίβασης και μίσθωσης, ο οποίος θα αντλεί πραγματικά δεδομένα από τραπεζικές αποτιμήσεις, συμβόλαια και φορολογικές δηλώσεις, διαμορφώνοντας τον χάρτη των οικιστικών πιέσεων ανά περιφέρεια.
Η αξιοποίηση του συγκεκριμένου εργαλείου υπερβαίνει την απλή στατιστική αποτύπωση της αγοράς, καθώς τα αρμόδια κυβερνητικά στελέχη αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο άμεσων ρυθμιστικών παρεμβάσεων που θα καθορίζουν ένα ανώτατο εύρος τιμών για τα ενοίκια.
Εφαρμόζοντας αντικειμενικά κριτήρια που σχετίζονται με την τοποθεσία, την ποιότητα των υλικών κατασκευής και κυρίως την ενεργειακή κλάση, οι αρχές θα διαχωρίζουν τα ακίνητα σε εκείνα που θα διαπραγματεύονται ελεύθερα και σε όσα θα υπάγονται σε ειδικούς κανόνες προστασίας του ενοικιαστή, θέτοντας ουσιαστικά ένα ανάχωμα στις υπερβολικές απαιτήσεις για ενεργειακά υποβαθμισμένες κατοικίες.
Το ανανεωμένο μοντέλο χρηματοδότησης κατοικίας
Αλλάζοντας ριζικά τη φιλοσοφία επιδότησης των δανειοληπτών, η υπό διαβούλευση στρατηγική προτείνει τη μονιμοποίηση των δράσεων υποστήριξης της ιδιοκατοίκησης μέσω μιας έμμεσης ενίσχυσης των πιστωτικών ιδρυμάτων, εγκαταλείποντας τη λογική των άμεσων κρατικών παροχών.
Αντί να εκταμιεύονται απευθείας πόροι για την κάλυψη μέρους του επιτοκίου, η πολιτεία σχεδιάζει να προσφέρει γενναίες φορολογικές ελαφρύνσεις στις συστημικές τράπεζες, υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι εκείνες θα χορηγούν στεγαστικά δάνεια με εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους σε νοικοκυριά που διαθέτουν χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.
Η συγκεκριμένη δομική αλλαγή στοχεύει στη διασφάλιση της μακροβιότητας του χρηματοδοτικού μηχανισμού, ανεξαρτητοποιώντας τον από τις διακυμάνσεις των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κεφαλαίων και προσφέροντας σταθερή διέξοδο σε χιλιάδες πολίτες.
Αλλαγές στην επενδυτική μετανάστευση και κατασκευαστικά κίνητρα
Ενισχύοντας την εργαλειοθήκη της στεγαστικής πολιτικής, ο σχεδιασμός επαναπροσδιορίζει τον χαρακτήρα του προγράμματος επενδυτικής μετανάστευσης, διαχωρίζοντας οριστικά την απόκτηση άδειας παραμονής από τις βραχυχρόνιες τουριστικές εκμεταλλεύσεις και επιτρέποντας στους ξένους υπηκόους να αποκτήσουν πολλαπλά ακίνητα, εφόσον δεσμευτούν νομικά ότι θα τα διαθέσουν αποκλειστικά σε καθεστώς πολυετούς μίσθωσης.
Σε μια παράλληλη προσπάθεια να αυξηθεί η διαθέσιμη προσφορά, το κείμενο ενσωματώνει την εφαρμογή μειωμένου συντελεστή φόρου προστιθέμενης αξίας κατά την ανέγερση νέων κτιριακών συγκροτημάτων, παρέχοντας ένα ισχυρό κίνητρο στις τεχνικές εταιρείες προκειμένου να κατασκευάσουν ιδιοκτησίες που θα διατεθούν στη συνέχεια στο κοινό ως προσιτές κατοικίες.
Ο «γρίφος» των παλαιών κλειστών διαμερισμάτων
Το μεγαλύτερο εμπόδιο στην προσπάθεια εξισορρόπησης της κτηματαγοράς παραμένει η ενσωμάτωση ενός τεράστιου όγκου αδρανών ιδιοκτησιών, καθώς οι επίσημες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για περίπου 800.000 κλειστά διαμερίσματα που δεν αξιοποιούνται, χωρίς να συνυπολογίζονται οι εξοχικές και δευτερεύουσες κατοικίες που ανεβάζουν τον συνολικό αριθμό των κενών ακτημάτων στα 2,2 εκατομμύρια, σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή.
Η δυσκολία επιστροφής αυτού του αποθέματος στην ενεργή αγορά εντείνεται από την εκτεταμένη παλαιότητα των κτιρίων, δεδομένου ότι ένα ποσοστό της τάξης του 32,7% των αδρανών διαμερισμάτων έχει κατασκευαστεί μεταξύ του 1961 και του 1980, σχεδόν το ένα τρίτο προέρχεται από την εικοσαετία 1981-2000, ενώ ένα διόλου ευκαταφρόνητο 22% έχει ανεγερθεί πριν από το 1960, γεγονός που απαιτεί εκτεταμένες παρεμβάσεις αναβάθμισης.