Στο νοτιότερο άκρο της Αττικής, εκεί όπου ο ορίζοντας συναντά το Αιγαίο Πέλαγος, δεσπόζει ο ναός του Ποσειδώνα στο Σούνιο, ένα μνημείο απαράμιλλου κάλλους και ισχυρής ενεργειακής φόρτισης.
Ο ιερός αυτός τόπος, που εποπτεύει το πέλαγος από το ύψωμα του ακρωτηρίου, λειτουργεί ως γέφυρα σύνδεσης με την αρχαιοελληνική κληρονομιά, προκαλώντας δέος στον σύγχρονο επισκέπτη.
Ιστορική και στρατηγική σημασία
Η περιοχή του Σουνίου φέρει μαρτυρίες λατρευτικής χρήσης ήδη από τον 11ο αιώνα π.Χ., ενώ οι πρώτοι οργανωμένοι ναοί της Αθηνάς και του Ποσειδώνα εκτιμάται ότι ιδρύθηκαν περίπου το 700 π.Χ.
Η επιλογή της τοποθεσίας δεν ήταν τυχαία. Το Σούνιο, ευρισκόμενο στην είσοδο του Αργωσαρωνικού και στην αρχή του Μυρτώου Πελάγους, προσέφερε άριστη ορατότητα προς τις θαλάσσιες οδούς.
Για την αρχαία Αθήνα, η οποία βάσισε την ισχύ της στο ναυτικό και το εμπόριο, ο Ποσειδώνας αποτελούσε θεότητα υψίστης σημασίας.
Ο ναός λειτουργούσε ως τοπόσημο για τα πλοία που προσέγγιζαν την Αττική, αλλά και ως στρατηγικό παρατηρητήριο.
Ειδικά μετά τη Μάχη του Μαραθώνα και την απειλή από τους Πέρσες και τους Αιγινήτες, η οχύρωση του ακρωτηρίου κρίθηκε αναγκαία για την προστασία της πόλης από ναυτικές επιδρομές.
Η καταστροφή και η αναγέννηση
Ο αρχαϊκός ναός του Ποσειδώνα καταστράφηκε πιθανότατα το 480 π.Χ. από τα στρατεύματα του Ξέρξη, κατά την εισβολή των Περσών.
Ως απάντηση και σύμβολο νίκης μετά τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, οι Αθηναίοι αφιέρωσαν στον Ποσειδώνα μια αιχμαλωτισμένη εχθρική τριήρη.
Ο κλασικός ναός που θαυμάζουμε σήμερα κατασκευάστηκε μεταξύ 444 και 440 π.Χ., την εποχή του Περικλή, παράλληλα με την ανέγερση του Παρθενώνα.
Χτίστηκε πάνω στα θεμέλια του κατεστραμμένου αρχαϊκού ναού, ενσωματώνοντας το παλαιότερο κρηπίδωμα από ασβεστόλιθο.
Αρχιτεκτονική και υλικά
Ο ναός του Ποσειδώνα αποτελεί ένα αρχιτεκτονικό αριστούργημα δωρικού ρυθμού.
Κεντρικό του στοιχείο ήταν το ορθογώνιο λατρευτικό δωμάτιο (ναός), το οποίο φιλοξενούσε ένα χάλκινο άγαλμα του θεού, ύψους 6 μέτρων.
Το υλικό κατασκευής είναι το χαρακτηριστικό λευκό μάρμαρο της περιοχής, προερχόμενο από τα αρχαία λατομεία της Αγριλέζας.
Πρόκειται για υλικό με αδρή υφή, διαφορετικό από το λείο πεντελικό μάρμαρο, το οποίο όμως παρουσιάζει μοναδική αντοχή στον χρόνο, παρά τη διάβρωση που έχει υποστεί από την αλμύρα και τον άνεμο.
Ο Γερμανός αρχαιολόγος Βίλελμ Ντέρπφελντ, στις ανασκαφές του 1884, αποκάλυψε τη δομή του παλαιότερου ναού κάτω από τον κλασικό, καθώς και λεπτομέρειες της αρχικής αρχιτεκτονικής μελέτης.
Σήμερα, το Σούνιο παραμένει ένας από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της Ελλάδας, προσελκύοντας επισκέπτες από όλο τον κόσμο, ειδικά κατά τη δύση του ηλίου, προσφέροντας μια εμπειρία μυσταγωγίας και ιστορικής μνήμης.
