Γερμανία – Σε μια περίοδο έντονων διεργασιών για το μέλλον της κοινωνικής πρόνοιας στη Γερμανία, μια νέα πολιτική πρόταση έρχεται να ταράξει τα νερά, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τον τρόπο χορήγησης του Bürgergeld. Ο νέος Πρωθυπουργός του κρατιδίου της Σαξονίας-Άνχαλτ, Sven Schulze, προωθεί ένα αυστηρότερο μοντέλο, σύμφωνα με το οποίο η κρατική οικονομική στήριξη δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη χωρίς ανταλλάγματα. Η κεντρική ιδέα που προκαλεί ήδη σφοδρές αντιδράσεις είναι η υποχρέωση των δικαιούχων να παρέχουν κοινωφελή εργασία ως προϋπόθεση για την είσπραξη του επιδόματος.
Η συζήτηση αυτή ανοίγει ενόψει της ευρύτερης μεταρρύθμισης της βασικής ασφάλισης (Grundsicherung), η οποία αναμένεται να τεθεί σε πλήρη εφαρμογή το καλοκαίρι του 2026. Το νέο πλαίσιο, που ήδη έχει δρομολογηθεί, προβλέπει αυστηρότερους ελέγχους από τα κέντρα εργασίας (Jobcenter) και επιβολή κυρώσεων σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης. Ωστόσο, η πρόταση Schulze πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα, ζητώντας θεσμοθετημένη «ανταπόδοση» από την πλευρά των πολιτών.
Υποχρεωτική προσφορά και κυρώσεις
Σύμφωνα με το σκεπτικό που αναπτύσσεται από την πολιτική ηγεσία της Σαξονίας-Άνχαλτ, το ισχύον σύστημα χρειάζεται ριζική αναθεώρηση προς την κατεύθυνση της υπευθυνότητας. Η πρόταση προβλέπει ότι οι λήπτες του Bürgergeld θα πρέπει να αναλαμβάνουν συγκεκριμένα καθήκοντα κοινωφελούς χαρακτήρα. Σε περίπτωση που κάποιος αρνηθεί να συμμετάσχει σε αυτές τις δραστηριότητες, θα βρίσκεται αντιμέτωπος με περικοπές ή και διακοπή της βοήθειας.
Ο Sven Schulze υποστηρίζει ότι η κρατική αρωγή πρέπει να συνδέεται άρρηκτα με την προσφορά προς το κοινωνικό σύνολο. Η λογική αυτή βασίζεται στην αρχή ότι η αλληλεγγύη είναι αμφίδρομη: το κράτος στηρίζει τον πολίτη, αλλά και ο πολίτης οφείλει να συνεισφέρει ανάλογα με τις δυνάμεις του. Παράλληλα, τονίζεται ότι με το νέο καθεστώς που έρχεται, θα εξετάζεται αυστηρότερα η περιουσιακή κατάσταση των αιτούντων, οι οποίοι θα καλούνται να αξιοποιήσουν ίδια μέσα πριν καταφύγουν στα κρατικά ταμεία.
Κοινωνικός διχασμός και αντιδράσεις
Η δημοσιοποίηση της πρότασης προκάλεσε άμεση polarisierung στην κοινή γνώμη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μια μερίδα πολιτών χαιρετίζει την πρωτοβουλία, χαρακτηρίζοντάς την ως αυτονόητη και καθυστερημένη, υποστηρίζοντας ότι θα βάλει τέλος σε φαινόμενα κατάχρησης. Στον αντίποδα, πολλοί εκφράζουν την έντονη διαφωνία τους, θεωρώντας ότι τέτοια μέτρα παραπέμπουν σε καταναγκασμό και δεν λύνουν το πρόβλημα της ανεργίας.
Οι κοινωνικοί φορείς και οι ενώσεις προστασίας των δικαιωμάτων των ανέργων στέκονται ιδιαίτερα επικριτικά απέναντι σε τέτοιες σκέψεις. Προειδοποιούν ότι η επιβολή υποχρεωτικής κοινωφελούς εργασίας μπορεί να λειτουργήσει ως παγίδα, δεσμεύοντας χρόνο και ενέργεια που οι άνεργοι θα έπρεπε να αφιερώνουν στην αναζήτηση μόνιμης και κανονικά αμειβόμενης απασχόλησης. Επιπλέον, εκφράζονται φόβοι ότι τέτοιου είδους «υποχρεωτικές υπηρεσίες» ενδέχεται να υποκαταστήσουν κανονικές θέσεις εργασίας, δημιουργώντας στρεβλώσεις στην αγορά.
Προς το παρόν, η εφαρμογή μιας γενικευμένης υποχρεωτικής εργασίας δεν έχει λάβει την μορφή τελικής νομοθετικής ρύθμισης σε ομοσπονδιακό επίπεδο, ωστόσο η πίεση για αυστηροποίηση των όρων είναι δεδομένη. Από το καλοκαίρι του 2026, οι κανόνες αλλάζουν και οι κυρώσεις για όσους παραβιάζουν τις υποχρεώσεις τους απέναντι στα Jobcenter θα γίνουν αισθητά πιο αυστηρές, σηματοδοτώντας μια νέα εποχή για το κοινωνικό κράτος στη Γερμανία.
